Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

ΕΥΘΥΝΕΣ ΤΩΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

                                                    
            Η ευθύνη των ηγετών και του λαού
            Του Ματθαίου Χ.Ανδρεάδη
       
Στά δημοκρατικά πολιτεύματα είναι πάγια η πολιτική αρχή, οι πολιτικοί ν΄ αναλαμβάνουν εκ προορισμού τη δικαιϊκή-πολιτική και ιστορική ευθύνη ενώ ο λαός, παρέχοντας σ΄αυτούς την εντολή του έχει «το ανυπεύθυνον, το ανεξέταστον και το αζήτητον» (υπαγόμενος, αποκλειστικά στη δικαιοδοσία της ιστορίας) .
Με άλλα λόγια, η  αποκλειστική  ευθύνη, δηλαδή  το πολιτικώς, το ιστορικώς και το ποινικώς  υπεύθυνο, βαρύνει τους  δημόσιους άνδρες,  διότι «τω Δήμω την δύναμιν έχειν  και τας αρχάς  αιρείσθαι την ευθύνην».
Η ιστορική   ευθύνη των πολλών, πάντως, δηλαδή του λαού εν προκειμένω,υπάρχει βέβαια.
Αυτήν, σε μας, θα μπορούσε κανείς να την αναζητήσει, αταβιστικά, ανατρέχοντας στον Θουκυδίδη, που  περιέγραψε τον χαρακτήρα των Αθηναίων, πριν  δύο χιλιάδες τετρακόσια πενήντα χρόνια.
Όπως δε έγραφε στ΄ Απομνημονεύματά του ο  Νικόλαος Δραγούμης: «Πόσαι πολιτικαί μεταβολαί, πόσαι ξένων επιδρομαί και κατακτήσεις, πόσαι αλλοτρίων ηθών εισβολαί εβασάνισαν, εν τω μακρώ τούτω χρόνω την Ελλάδα. Αλλ’ουδ΄αυταί, ουδ΄ η παντοδύναμος νέα θρησκεία, ηδυνήθησαν να δαμάσωσι την  οξείαν του Έθνους φύσιν. Και αν σήμερα ο πολύς εκείνος ιστορικός Θουκυδίδης, ανιστάμενος, επιχειρούσε να ορίση την φύσιν  αυτών των Ελλήνων, εκ νέου, θα συνεπαίρανε, όπως και τότε, ως εξής (Α.70,9):
«Ώστε, εί τις αυτούς ξυνελών φαίη πεφυκότας επί τω μήτε αυτούς έχειν ησυχίαν, μήτε τους άλλους ανθρώπους εάν, ορθώς αν είποι» (ώστε, αν έλεγε κανείς σε συντομία οτι βρέθηκαν στον κόσμο για να μη ησυχάζουν οι ίδιοι, μήτε τους άλλους ν΄ αφήνουν να ησυχάζουν, θα έλεγε την αλήθεια).
1.- Ο  αποπομπαίος
Το αρχετυπικό φαινόμενο (που θυμίζει τον αποπομπαίο τράγο)  των αρχαίων Αθηναίων, ν΄αποφασίζουν,όσες φορές η πόλη τους μαστιζόταν από μίασμα, μαγγανεία δαιμόνων, αμαρτίες και γενικά από κακοποιά στοιχεία, για λόγους καθαρμού, την αποπομπή απ΄ τό ΄Αστυ, κατά  μήνα Θαργηλιώνα, μεταξύ άλλων και δύο ανδρών, ως πολιτικο έθιμο  οστρακισμού, επανέρχεται, κατά περιόδους, στο δημόσιο βίο της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδος, έστω και με κάπως διαφορετική μορφή.
Ο οστρακισμός του αποδιοπομπαίου και της υπερορίας λειτούργησε, δια μέσου της καζουϊστικής αιώνων ιστορικού βίου, με μανιχαϊστική μορφή: Ο «ένοχος» απέναντι στον «αθώο», αλλιώς ερχόταν το «σκάνδαλο», της ευθύνης δηλαδή των πολλών
2.-Η ευθύνη του ηγέτη 
Πρώτη αρχή της επιστήμης της πολιτικής είναι η ανάληψη απ΄τον πολιτικώς πράττοντα των προσωπικών του ευθυνών και όχι η επίρριψη αυτών στους άλλους και συνήθως στο λαό  για τα διαπραττόμενα πολιτικά λάθη, που ενίοτε, ισοδυναμούν με εγκλήματα σε βάρος του τόπου και του λαού.
΄Οσοι, ωστόσο, πολιτικοί πράττουν κατά τόν τρόπο αυτόν, δηλαδή μετακυλίοντας τις πολιτικές ευθύνες τους, για πράξεις και παραλείψεις τους, στους ώμους άλλων, το πράττουν αποβλέποντας, πλην άλλων και σε εξασφάλιση ακηλίδωτης οποιασδήποτε επιδιωκόμενης πολιτικής υστεροφημίας, γι΄αυτό και η πράξη τους αυτή καμμιά δεν  έχει αξία, ειμή  αφορά στην ιστορία μόνο, η οποία λειτουργώντας με την αμείλικτη δικαιοκρισία της, αντικειμενικά, δεν διστάζει ν΄αποδίδει ακριβοδίκαια τις ευθύνες εκεί όπου ανήκουν, και στους λίγους, και στους πολλούς.
3.- Δημαγωγοί  και λαοπλάνοι
Είναι βέβαιο, ότι μεγάλες μερίδες του Ελληνικού λαού, κατά τον πολυετή κομματικό του  βίο, πολλές φορές διαβουκολήθηκαν από δημαγωγούς και λαοπλάνους. Μεγαλόστομες αρχές αποδείχθηκαν κίβδηλες στην πράξη και  απατηλές. Η άσκηση του πολιτικού και κομματικού παιγνιδιού, για δεκαετίες, δεν συνέβαλε στην εξύψωση των πολιτικών ηθών, αντιθέτως μετέβαλε την Ελλάδα «εις πανδαιμόνιον διχονοίας και κομματικών παθών, των οποίων αρχή και τέλος ήτο η αχαλίνωτος και ανερυθρίαστος ιδιοτέλεια», όπως έχει λεχθεί, που δε άφησε τον τόπο να ορθοποδήσει.
Με αποτέλεσμα να παγιωθούν νοσηρές, βίαιες και άνομες καταστάσεις και οι νεοέλληνες («αεί παίδες»), στην πλειοψηφία τους, από παλαιά ως τα σήμερα, να μιμούνται τους άρχοντές τους (κατά την προς Νικοκλέα Ισοκράτεια παραίνεση) μη διστάζοντας (αφού οι ηγέτες τους παρουσιάζουν τα συμπτώματα αυτά μεταξύ των οποίων και της διαφθοράς και παραλυσίας), να  κάνουν τα ίδια, να εμφανίζουν δηλαδή τα αρνητικά χαρακτηριστικά τους στοιχεία, επωφελούμενοι, ατομικά, οικογενειακά και συντεχνιακά και μεταποιώντας τα εγγενή τους συστατικά στοιχεία (μεταξύ άλλων,και το περίφημο «φιλότιμο» αλλά και η «φιλονομία»τους) σε εκδηλώσεις καταφανούς αντίθεσης προς το νόμο, την πατροπαράδοτη ματαιοδοξία τους ως εικόνα αρπακτικού κτητικού συναισθήματος, και την πηγαία τους δημιουργικότητα με τα χαρακτηριστικά καταστροφικής μανίας.
Πολλοί των μέχρι τώρα πολιτικά «κρατούντων, εφορμώντες επί το φιλαρχείν, διαφθείροντες τας ουσίας, κατά πάντα τρόπον, δελεάζοντες (δε) και λυμαινόμενοι τα ήθη»,έτσι ανίκανοι να λύσουν τα προβλήματα του λαού, πολλούς  νεοελληνες «δωροδόκους και δωροφάγους κατασκευάζουσι»  (Πολύβιου,«Ιστορίαι» ΣΤ,9,6-9).
4.-   Πρώτοι φαυλοκράτες
Πρώτος φαυλοκράτης-δημοκόπος, με κύρια χαρακτηριστικά του την «καιροσκόπον φρόνησιν και νηφάλιον απάθειαν», την οποία είχε αποκτήσει, «παιδευθείς εις την αυλήν του Αλή Πασά», υπήρξε ο Ιω.Κωλέττης. Κατά τον Νικόλαο Δραγούμη,ο Ιω.Κωλέττης, «εκμυζών όρθιος μακράν καπνοσύριγγα και μεθ'υπομονής ακροώμενος τους προσερχομένους και ζητούντας θέσιν εις το δημόσιον, σύνταξιν, παράσημον», ή κάτι τέτοιο, έδινε «σοβαρώς μεν, κατά τό ειωθός, ιλαρώς, όμως την πανομοιότυπον απάντησιν:
-΄Εχεις δίκαιον, αγαπητέ! Εγώ γνωρίζω κάλλιστα τας πατρικάς και προσωπικάς σου υπηρεσίας και τα δικαιώματα της οικογενείας σου.΄Εσο ήσυχος. Θα λάβω υπ'όψιν την αίτησίν σου και θα σε ευχαριστήσω. «Σημειωτέον δε», προσθέτει ο Νικ.Δραγούμης «οτι πολλάκις, ο αιτών ούτε πατέρα έσχεν, υπηρετήσαντα την Έπανάστασιν ή το νεοπαγές 'Ελληνικόν Κράτος, ούτε οικογένειαν, αποκτήσασαν δικαιώματα.΄Αλλά, τοιαύτη πειθώ επέτρεχεν εις την βραχείαν απόκρισιν του Ιω. Κωλέττη, ώστε πάντες ανεχώρουν, πιστεύοντες οτι τό δίπλωμα ή τα χρήματα έκειντο ασφαλή εν τω θυλακίω ή οτι το παράσημον έστιλβε λαμπρόν περί τον τράχηλον ή το στήθος αυτού».
΄Εγραφε ο Ιω. Φιλήμων στην εφημερίδα του «Αιών» (υπ' αριθ.820 φύλλο της 29 ΄Οκτωβρίου 1847) σε επικήδειο για τον άνδρα, μεταξύ άλλων,οτι τον Ιω. Κωλέττη, που έφερε, όσο ζούσε, τη φουστανέλλα, «η Ιστο­ρία θα εχαρακτήριζεν, ουσιωδώς, υπο τριπλήν έποψιν.'Ως ΄Ελληνα μεν κατά την φουστανέλλαν, ως Αλβανόν κατά τους τρόπους και ξενόφρονα κατά την κεφαλήν»...Τον κατηγορούσε, εκτός των άλλων,και για την τεράστια περιουσία, πού κατέλιπε, ανερχόμενη στο μυθώδες για την εποχή ποσό των δραχμών 600.000, ενώ κατά το χρονικό διάστημα της Επαναστάσεως (1821 μέχρι 1832) «εν διαστήματι δώδεκα ετών ύπήρξεν ενδεής άείποτε καί δια μόνης άποζών της μισθοδοσίας του, δανειζόμενος πολλάκις οτε υπήρχεν εκτός των πραγμάτων». Και ο αρθρογράφος διετύπωνε αμείλικτα έρωτήματα: «Πόσοι άλλοι άπέθανον άποροι, τινές δε επί της ψάθης καί ό Θε­όδωρος Κολοκοτρώνης ήθελεν ενταφιασθή δια δημοσίας δαπάνης αν δεν ύπήρχεν ό υιός του Ιωάννης». Καί κατέληγε: «Ό μη έχων τίποτε 'Ελληνικόν, παρά την φουστανέλλαν, ο μη έχων ουδεμίαν θρησκείαν, αποκτήσας εις την ξένην καί κοράσιον εξώγαμον, έπρεπε να φαίνεται εξωτερικώς ΄Ελλην, δια να υπηρετή εσωτερικώς τον ξενισμόν, έπρεπε να απατά καί να άγυρτεύη, δια να παραδέχηται υπό των μωρών καί κούφων ως ΄Ελλην».
Μετά τον Ιω.Κωλέττη, η χώρα δοκίμασε στον κομματικό καί πολιτικό της βίο, γενικά, τον Δημ.Βούλγαρη (διαβόητο «Τζουμπέ») ο οποίος κυβερνούσε αυθαίρετα, λέγοντας, ως άλλος Ρωμαίος Αυτoκράτωρ της παρακμής «έτσι θέλω,ετσι κάνω» (sic volo sic jubeo), ακολούθως δε και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, τον ικανό αλλά εξίσου φαυλοκράτη, Θεόδωρο Δηλιγιάννη, έκτοτε δε και μέχρι προσφάτως όχι λίγους ομοίούς τους.
Ποιά λοιπόν η διαφορά μεταξύ εκείνων και των μετέπειτα ως τα σήμερα αρχηγικών κομμάτων;
Κατά τον Δημ.Βερναρδάκη, η εξής: Εκείνοι μεν ως «γνήσια τέκνα του πατροπαραδότου καί από της ΄Ελλάδος δυσεξαλείπτου τοπικού κομματικού πνεύματος, ηρκούντο είς το να διατηρούν την έπιρροήν των καί την εξουσίαν δια προσωπικών παραγόντων εις την ε­παρχίαν», πράγμα πού εν πολλοίς, υιοθετήθη από τους εν συνεχεία «πολιτικάντηδες», αυτοί δε με οργανωμένους μηχανισμούς, «φύσει καί θέσει πολυπραγμονέστεροι», ζητούσαν και κατελάμβαναν «σύμπασαν την εξουσίαν», με αμφίβολο όμως το γενικό όφελος για το τόπο και το λαό,γενικώτερα. Τα πολιτικά πάθη που όλοι αυτοί οι «οχλοάρεσκοι», κατά κύριο λόγο, καλλιέργησαν στον δημόσιο βίο, καί θεμελίωσαν στο λαό, οδήγησαν στην παγίωση νοσηρών και άνομων καταστάσεων, με αποτέλεσμα μεγάλες μερίδες του πιο ευάγωγου λαού της υφηλίου, των νεοελλήνων, να προσαρμοσθούν, όχι χωρίς προθυμία βέβαια, στις συνθήκες αυτές, σύμφωνα με την ισχύουσα πάντοτε Ίσοκράτεια, προς Νικοκλέα, παραίνεση: «Το της πόλεως ήθος όμοιούται τοίς άρχουσι».
Και ανεπτύχθη, «το βίαιο των παθών, κυριάρχησε η διαρκής σοφιστική διαστροφή, η προς τις θυσίες,τις υπηρεσίες, την ικανότητα και την άρετή ασέβεια, και η εκ συστήματος παρανομία», περιβάλλον δηλαδή νοσηρό, απ΄ το οποίο «ανέβλυσε δηλητήριο, το όποιο αφού διαδόθηκε, χωρίς έλεος στις φλέβες και του πολιτικού και του κοινωνικού σώματος, άρχισε να λυμαίνεται το έθνος». Και το έθνος «φύσει και θέσει έξημμένον, εύφάνταστον, ανατραφέν και παιδευθέν αγυρτικώς και μη δυνάμενον να ζήση έκτοτε πλέον, άνευ οιήσεως, άνευ κολακείας, και άνευ θυμιάματος», κατά τη δυσοίωνη πρόβλεψη του Δημ.Βερναρδάκη, ήταν αδύνατο εφεξής ν' απαλλαγεί  απ’αυτά.                  
Σ΄αυτό  συνέβαλε  αποφασιστικά επι δεκαετίες ο «μεγας κοινωνιοπλαστικός παράγων» (κατά πρωτοπόρο καθηγητή-κοινωνιολόγο, πριν απ΄ τον πόλεμο στο Πανεπιστήμιο Αθήνας και μεταπολεμικό πρωθυπουργό), δηλαδή το  Ελληνικό καφενείο.                                 
       5.-  Το καφενείο
       Ιστορικά, το καφενείο βαθμιαία, αντικατέστησε το ύπαιθρο, τον  παλαιό
      δηλαδή τόπο συγκεντρώσεως των Ελλήνων πολιτών (των οποίων η
      συνάθροιση εκεί, ως δικαίωμα, ήταν αναγνωρισμένη και απ΄το άρθρο 10
     του Συντάγματος του 1864) και αναπτύχθηκε στις πόλεις, προ παντός,
      αλλά και στα χωριά ακόμη, όπου μπορούσαν να εκδηλώνουν, έτσι ή
     αλλιώς, ανοικτά τις όποιες απόψεις τους πολιτικολογώντας, κατά κανόνα
     και προ παντός πληροφορούμενοι τα νέα της ημέρας οι πολίτες. Εκεί σε
     πρώτη φάση, κατέφευγαν όσοι, παράλληλα με κάποια αναψυχή,
    επιθυμούσαν να πληροφορηθούν ή να σχολιάσουν τα γεγονότα,γενικά   τις
     ειδήσεις, τοπικού ή γενικώτερου ενδιαφέροντος, λαμβάνοντας,
     συνήθως,  το λόγο.
Στο καφενείο θα συναντούσε κανείς αργόσχολους  και μη,κατά τις περιστάσεις, εμπόρους, δικηγόρους, δασκάλους, υπαλλήλους, στρατιωτικούς, πολιτευόμενους και βουλευτές, δημοσιογράφους και άλλους πολίτες.
 «΄Οποιος ήθελε να μάθη  την  κοινήν  γνώμην (sic!) της όλης Ελλάδος, εκεί μέσα  ηδύνατο να πληροφορηθή ακριβώς τα περί  αυτής». Στο καφενείο έσπευδαν αναγγέλλοντας τα γεγονότα για οποιοδήποτε ζήτημα (ντόπιο ή ευρύτερο) οι πληροφορημένοι και εκεί γινόταν συζήτηση «δια την πρόοδον, τας περιπετείας και την λύσιν του ζητήματος, όπερ συνήθως ήτο η πτώσις ή η στερέωσις της κυβερνήσεως». Και μέσα εκει,σχολιάζονταν,γενικά, οι λόγοι  όλων των  ρητόρων, που ειχαν μιλήσει στη Βουλή, γινόταν δεύτερη συζήτηση, επαινούνταν ή επικρίνονταν οι πολιτικοί κ.ο.κ, με βάση, συνήθως, την εφημεριδογραφική ενημέρωση, που παρείχε η επίκαιρη  ανάγνωση του Τύπου, ο οποίος τύπος, όμως, συχνά, έδινε και αφορμές για ζωηρές, ενίοτε δε και  έντονες αντιπαραθέσεις, όπως την 3η Απριλίου1871 στο καφενείο του Μαρκή Μουσουδάκη στην Κόρινθο, όπου η ανάγνωση μιας εφημερίδος των Αθηνών προκάλεσε αγανάκτηση και σ΄ορισμένους απ’αυτούς, που σύχναζαν εκεί, εμπρηστική, κυριολεκτικά, οργή. Αλλά τι ακριβώς συνέβη; Η εφημερίδα των Αθηνών «Εθνικόν Πνεύμα», χαρακτηριζόμενη «επίσημον όργανον της αποκεντρώσεως» (και με τον χαρακτηρισμό αυτόν νοούσαν τον πρωθυπουργό,τότε, Αλέξ. Κουμουνδούρο, διότι αυτός φρονούσε την πραγματική κρατική αποκέντρωση) έγραφε στο τελευταίο της φύλλο, ανάμεσα σ΄άλλα,οτι «αι εκβολλάδες του Λαυρίου ανήκουν κάπως εις τον κ. Ι.Σερπιέρην».Η απροκάλυπτη αυτή θέση της εφημερίδος ενόχλησε, φαίνεται, την ευαισθησία ορισμένων θαμώνων του καφενείου, οι οποιοι «κηδόμενοι του εθνικού πλούτου, ως το μετάλλευμα και γενικώς το υπέδαφος της χώρας, μη προστατευομένου επαρκώς υπο της κυβερνήσεως, απειλουμένου δ’αντιθέτως υπό των αρπακτικών βλέψεων επιχειρηματιών,ως ο Ι.Σερπιέρης», έξω απ’το καφενείο του Μ. Μουσουδάκη και μπροστά σε πολύ κόσμο, που είχε φτάσει απ’ την επαρχία στην πόλη λόγω του Σαββάτου, «αθρόοι, καταρώμενοι, αναθεματούντες και κραυγάζοντες: Να καή!», (διότι η εφημεριδα αυτή προδίδει τα εθνικά συμφέροντα και «ως εκ τουτου το μεγαλείον της πατρίδος»),προέβησαν στο κάψιμό της...(Βλ. σχετικά Γ΄τόμο της τετράτομης ιστορίας μου «Η Κορινθία τον 19ο αιώνα-1863-1872»,έκδ. 2001,σελ.48 επ.).
Τα καφενεία και μεταγενέστερα ήσαν κλειστοί χώροι στους οποίους, κατά ελληνική, εντελώς, εφεύρεση, είχε ριχτεί σωρός ανθρώπων, σαν να τους άδραξε αόρατο χέρι, μέσα σ΄ένα νέφος καπνού, ενώ στους τοίχους τους (όπως και στα κουρεία) είχαν κρεμασμένα κάδρα της Ελληνικής μικροβιομηχανίας.
Στα καφενεία,  χειμώνα–καλοκαίρι, μέσα στον καπνό των τσιγάρων, του ναργιλέ, το ψύχος ή τη ζέστη, οι Ρωμηοί όταν δεν έπαιζαν χαρτιά και τάβλι ή δεν μπιλλιάρδιζαν, συζητούσαν σοβαροί τα πολιτικά, εσωτερικά και διεθνή. Πίνοντας οι περισσότεροι καφέ (τις πιο πολλές φορές από στάρι, ρεβύθι και κριθάρι-Στου τάδε…,ωστόσο, έβαζαν και λίγη μυρωδιά στον καφέ, ενώ στα πιο πολλά ιδιαίτερα σ΄αυτά που είχαν πολλή κίνηση, όλη τη φυσική παραγωγή της χώρας) και διαβάζοντας τις εφημερίδες της ημέρας, οι καθημερινοί τύποι των συζητητών, των ταβλιστών, των σκακιστών, των αντιρωσιστών, των αντιγερμανιστών, κ.ά, επέμεναν στις πολιτικές τους συζητήσεις.
Και οχι λίγοι, ήσαν αυτοί που διάβαζαν και κοπανούσαν τις ελληνικές εφημερίδες στα καφενεία.
Αλλά τις ημέρες των εκλογών οι μαγγούρες βροντούσαν στα τραπέζια.
Το Νοέμβριο του 1908 ο (Ισπανός μάλλον) Γκομέζ Καρίλλιο (Garillo) δημοσίευσε στη Γαλλία βιβλίο με τίτλο «Αιωνία Ελλάς».Με πρόλογο του δικού μας Ζαν Μωρεάς.
Σ’ένα κεφάλαιο που είχε τον τίτλο «Τα παιδιά του Οδυσσέα», ο συγγραφέας ζωγράφιζε θαυμάσια τον βίο των Ελλήνων στα καφενεία. Εκεί σημείωνε, μεταξύ άλλων, ότι τον καφενόβιο Έλληνα που «ρητορεύει μεθύοντας ημέρα και νύχτα» για όλα τα εσωτερικά και εξωτερικά πράγματα, άριστα συμβόλιζε ο γηραιός Γ.Σουρής στη διάσημη ξυλογραφία του, που βρίσκεται στον τίτλο του περιοδικού του η οποία παρίστανε έναν άνδρα καθισμένο να διαβάζει με το δεξί του εφημερίδα, με το αριστερό να ρουφάει το ναργιλέ του και στα πόδια του ένα λουστράκι να του γυαλίζει τα πατούμενα.
Αυτού του τύπου ο ΄Ελληνας και στης Κορίνθου, βέβαια, τα καφενεία, ήταν μαθημένος στις συχνές με τους θαμώνες αντιπάλους κραυγές και αντεγκλήσεις, ιδιαίτερα τις προεκλογικές περιόδους:
-Ένα νερό!  Ένα λουκούμι! -Δυό νερά!- Δός του δυό νερά να καταπιεί φόλα! -Εληά ρέ-Κορδόνι ρέ!-Κορδόνι ρέ Μασώνε, κορδόνι!-Ψιτ! Από πότε έχεις να φάς; -Πουλημένε…-Το κουλούρι από πότε έχεις να δείς ρέ!...-Πουλημένε…Αμ΄το τυρί. Χαβιάρι θα σου φαίνεται το τυρί!...-Φόλα, Μασώνε!, κ.λπ.
Αλλά πέρα απ΄αυτά τα προκαταρκτικά των πολιτικών συζητήσεων, εδώ εμφανίζονταν οι ομάδες πολιτευόμενων (παράγοντες και άλλοι),που συζητούσαν για τα πολιτικά.
Εν πρώτοις, οι κομματάρχες της επαρχίας και του δήμου, που έφταναν στην πόλη για να συνεννοηθούν με τους πολιτευόμενους, να εργασθούν για την υποψηφιότητα, τη δική τους ή άλλων, να προτείνουν φανταστικά ή πραγματικά εκλογικά ανταλλάγματα, να πουλήσουν τις ψήφους, ή την πείρα ή την εκλογική τους σοφία, να ενεργήσουν υπέρ της προσλήψεως συγγενούς ή φίλου ή να πολεμήσουν την πρόσληψη εχθρού κ.ο.κ, με το θόρυβο και την έξαψή τους γέμιζαν τα καφενεία. Κι΄έφερναν απ΄τα χωριά τους βιαιοπάθεια και ζήλο, συνεχώς, σχεδόν, κρυφομιλώντας με ζέση που εξόγκωνε τις φλέβες του λαιμού τους. Σχημάτιζαν ομίλους, όρθιοι ή καθισμένοι, έσκυβαν πάνω, γύρω στο τραπέζι με ύφος συνωμοτών, ομίλους διαλυόμενους και ανασχηματιζόμενους με νέα στοιχεία, με νέες μορφές ξαναμμένες από πείσμα, απ΄την προσπάθεια να πείσουν ή να ξεγελάσουν ο ένας τον άλλο. Και ο συνδυασμός για τον οποίο εργάζονταν, ρητόρευαν και υπόσχονταν, πλέκονταν και ξεμπλέκονταν. Στις εκλογικές περιόδους τα καφενεία ήσαν θορυβώδη. Θόρυβος συγκρατουμένων φωνών, βόμβος  κυψέλης, που δεν έπαυε, απ΄το πρωϊ ως το βράδυ.Οι συζητήσεις και οι συνεννοήσεις δεν είχαν τέλος.
Πολιτευτής που για πρώτη φορά κατέβαινε στην πολιτική, έλεγε: «Ο ένας κομματάρχης μ΄αφήνει κι΄ ο άλλος με πιάνει. Και δόστου κρυφομιλήματα μισή ώρα, μια ώρα.Και ο ένας μου λέει τ΄αντίθετα του άλλου. Έρχεται έπειτα ο άλλος και μου λέει: «Αν δεν τον πάρετε αυτόν, εγώ δεν μπορώ να είμαι φίλος σας». Και τι ακούω…Έχω τρελλαθεί. Κύριος ξέρει τι λένε και για μένα. Η πρώτη εντύπωση στην πολιτική, κόπωση και αηδία. Και ένας αυτοπειθαναγκασμός να ψεύδεσαι. Αν πεις την αλήθια τελειώνει η πολιτική.Αν πεις ότι σε σκότισαν όλοι αυτοί οι φλύαροι, πρέπει να το πάρεις απόφαση να μη πολιτευθείς. Καμμιά απαίτηση δεν πρέπει να σε εκπλήσσει. Κι΄ επειδή όλες αυτές οι απαιτήσεις δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν πρέπει να λές ψέμματα, να τα βολεύεις. Με ποιά φαντασία και προσπάθεια για να εφευρίσκεις προφάσεις, αναβολές και ελπίδες. Γιατί δεν πρέπει να δυσαρεστείς κανένα, όπως κάνει το γκαρσόνι, που γνωρίζει τι θέλουν οι πελάτες του και θέλουν λογικά πράγματα. Ο πολιτευόμενος όμως βρίσκεται μπροστά σε απρόοπτα και αδύνατες αξιώσεις. Και ούτε να θυμώσει του επιτρέπεται ούτε ν΄αρνηθεί».
Οι αναγνώστες των εφημερίδων (θαμώνες των καφενείων, με τους καφετζήδες ενθουσιασμένους όταν τα πράγματα έπαιρναν νέα τροπή, γιατί δεν πρόφταιναν να καβουρδίζουν το στραγάλι), τις πιο πολλές φορές, χειρονομώντας και φωνάζοντας, επέκριναν όσα προτείνονταν ή αποφασίζονταν στη Βουλή, γίνονταν στην Τουρκία, στα Ευρωπαϊκά ανακτοβούλια και στον κόσμον όλο. Κατέκριναν σφοδρά π.χ., τα φορολογικά μέτρα και επαναστατούσαν κατά της κυβερνήσεως, έτσι αυτόματα και από ένστικτο.
Στους καφενέδες της χώρας κυριαρχούσε, πλην άλλων,  και η αείποτε  κρατούσα συνωμοτική αντίληψη των Ελλήνων.
Είναι δε συνωμοτική αντίληψη (με σύγχρονους ορισμούς) το φαινόμενο της έμμονης προσκολλήσεως στην αναγωγή μονομερών γενικεύσεων σε απόλυτες αρχές, που, κατά τους υποστηρικτές της θεωρία αυτής, πρέπει να ισχύουν για όλους τους ανθρώπους σε όλες τις εποχές.
Για την εξέταση του φαινομένου (πέρα απ’ την πολιτική ψυχοπαθολογία, που τότε δεν είχε ακόμα αναπτυχθεί, όπως και η επιστήμη, η οποία έκτοτε άρχισε να μελετά το φαινόμενο της…νοογενούς νευρώσεως), ο ερευνητής είναι υποχρεωμένος ν΄ αναχθεί στη μελέτη της ιστορίας του τόπου, για να ανευρεθεί η δεισιδαιμονική, ουσιαστικά,  αντίληψη, με την οποία βίωσε σημαντική μερίδα του λαού και δια της οποίας, πολλές φορές, ο λαός επεδίωξε να ερμηνεύσει τόσο τα γεγονότα της ιστορίας του όσο και τη σύγχρονη, εκάστοτε, πολιτική του πραγματικότητα.
Ποιά είναι, λοιπόν, η συνωμοτική αντίληψη της ιστορίας και της πολιτικής πρακτικής; Με λίγα λόγια, μπορεί ν΄ αποδοθεί ως εξής:
Ο,τιδήποτε συνέβη στην ιστορία του τόπου -ή συμβαίνει επί των ημερών μας στη χώρα-,όπως πόλεμοι, εθνικές καταστροφές, οικονομικές κρίσεις και λοιπά δεινά, δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αποτέλεσμα των σχεδίων και της δράσεως μερικών σκοτεινών ομάδων και κέντρων αποφάσεων, που βρίσκονται στην αλλοδαπή, με προεκτάσεις στη χώρα μας. Τα ισχυρά αυτά κέντρα συνωμοτισμού (διατυμπάνιζαν οι υποστηρικτές της αντιλήψεως αυτής-και συνεχίζουν μέχρι και σήμερα) έχουν αναπτύξει από δεκαετίες, βάσει σατανικά καταστρωμένων σχεδίων, δράση εμφανή και αφανή για την καταβαράθρωση των Ελληνικών συμφερόντων.
Κάθε τι που συμβαίνει (έλεγαν και λένε) στη ζωή του τόπου, οφείλεται στη συνωμοτική δράση και τις πιέσεις ομάδων, των οποίων τα συμφέροντα και η κακοήθεια είναι υπεύθυνα για όλα τα δεινά, απ΄ τα οποία υπέφερε και υποφέρει ο τόπος. Και η αντίληψη αυτή για την Ελληνική ιστορία αντανακλά στους δεισιδαιμονικούς φόβους του Ελληνικού λαού, που, κατά μεγάλο ποσοστό, ανέκαθεν «έτεινεν ευήκοον ούς» σε τέτοιου είδους συνθήματα, για σκοτεινά κέντρα συνωμοσίας, που από μακρό χρόνο επιδιώκουν την ανακοπή της προόδου του τόπου και την ανατροπή της ευημερίας του Ελληνισμού.  Είδαμε αντίστοιχη συμπεριφορά μερίδων του λαού γύρω απ΄τό σταφιδικό ζήτημα με τους Άγγλους κεφαλαιούχους και τον Κορίνθιο Δημ.Ιω. Δεληγιάννη.
Και μετέπειτα στα καφενεία σύχναζαν, μ΄αυτή εν πολλοίς, τη νοοτροπία, οι καθημερινοί τύποι που επέμεναν σ΄αυτού του είδους τις πολιτικές συζητήσεις. 
6.- Η αναξιοπιστία του συγχρόνου τυπου
Όπως κατά καιρούς συμβαίνει, αναλυτές και ερευνητές, προερχόμενοι, κυρίως, απ' το χώρο της δημοσιογραφίας, δημοσίευσαν και προσφάτως μελέτες, με σχετικούς πίνακες, που αφορούν, γενικά, στον Τύπο της χώρας μας και ειδικά στις ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών. Το πλέον άξιο παρατηρήσεως στις εργασίες αυτές έγκειται στο ανησυχητικό φαινόμενο της συνεχούς πτωτικής τάσεως των ημερήσιων εφημερίδων, ο αριθμός φύλλων κυκλοφορίας των οποίων, κατά τα τελευταία ιδίως χρόνια, έχει υποστεί μείωση περίπου 35%.
Πού μπορεί, άραγε, να αποδοθεί το φαινόμενο αυτό; Σε πολλούς λόγους, ασφαλώς, με πρωταρχικό εκείνο του ανταγωνισμού της τηλεοράσεως.
Όμως, η κρίση εμπιστοσύνης και αξιοπιστίας, δηλαδή φαινόμενο που σημαίνει εκδήλωση έντονης δυσπιστίας του αναγνωστικού κοινού προς τα μέσα αυτά πληροφορήσεως και ενημερώσεως παραβλέπεται. Το θέμα συνάπτεται, βεβαίως, με το πρόβλημα της αντικειμενικότητας και της αλήθειας των μεταδιδόμενων ειδήσεων και πληροφοριών.
Ειδικότερα, ο αναγνώστης δεν έχει τη δυνατότητα να ελέγχει και εξακριβώνει την αλήθεια των δημοσιευόμενων στις εφημερίδες.
Το έργο αυτό, το οποίο προϋποθέτει αυστηρή αντικειμενικότητα, δηλαδή εξαντλητική έρευνα της αλήθειας και ευσυνειδησία, γενικότερα, εκ μέρους εκείνων οι οποίοι έχουν την ευθύνη της μεταβιβάσεως των ειδήσεων στο κοινό, είναι εναποτεθειμένο, εκ των πραγμάτων, στους ώμους των υπευθύνων δημοσιογράφων. Ως εκ τούτου, η εφημερίδα ως μέσο κυκλοφορίας και μεταδόσεως των ειδήσεων, εξαρτά την αξιοπιστία της, συνεπώς και την κυκλοφοριακή της σταθερότητα και άνοδο, από την υπευθυνότητα, την οποία οφείλει να επιδεικνύει απέναντι στην αλήθεια και από τον σεβασμό, που πρέπει να εκδηλώνει προς τη νοημοσύνη και την κριτική ικανότητα του αναγνώστη. Οι άτυποι δεοντολογικοί κανόνες της δημοσιογραφίας, που ισχύουν διεθνώς, δεν φαίνεται να τηρήθηκαν στη χώρα μας κατά την τελευταία και κρίσιμη αυτή περίοδο απ' τον Τύπο ευρείας κυκλοφορίας, ο οποίος:
α) Υπηρέτησε, εκτός των άλλων, τη χυδαιοποίηση σε όλους τους τομείς της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, επέδειξε ανεξέλεγκτη ανευθυνότητα, υπερέβαλε σε πνευματική φαυλότητα και, συνεκδοχικά, πρόβαλε και επέτεινε τον λαϊκισμό.
 β) Επεδόθη σε εμπορευματοποίηση και πολιτικοποίηση των πάντων, με κραυγαλέα προπαγάνδα.
γ) Χαρακτηρίσθηκε από έλλειψη υπευθύνων και αξίων λόγου αναλύσεων και μελετών, για τα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα του Τόπου, έτσι ώστε να μη προβληθεί η σκληρή πραγματικότητα.
δ) Παρασύρθηκε σε φρενιτιώδη ανταγωνισμό προς τα ιδιωτικά, κυρίως, τηλεοπτικά  μέσα ενημερώσεως, με αποτέλεσμα οι μεν εφημερίδες αυτές να μεταβληθούν σε περιοδικά ποικίλης ύλης, οι δε αναγνώστες τους, κατά σημαντικό ποσοστό, να  στραφούν προς τα ανταγωνιστικά μέσα ενημερώσεως και
ε) ασκώντας τον έλεγχο, ο οποίος καταξιώνει την αποστολή και το λειτούργημα του Τύπου γενικά, ως το δικαστήριο της κοινής γνώμης, που πρέπει να είναι, φάνηκε ασυνεπής προς θεμελιώδεις αρχές της δημοσιογραφίας.
Συγκεκριμένα, εν ονόματι δήθεν της αντικειμενικότητας και της ανάγκης να προστατευθούν τα συμφέροντα του Τόπου, επεδίωξε να διαδραματίσει, κατά τη φάση αυτή, ρόλο δημόσιου Εισαγγελέα.
Και πρωτοστάτησε μεν, (σημ.την δεκαετία 1980-1990,περίοδο που κυβερνούσε ο  Ανδρέας Παπανδρέου) αναμφισβήτητα, στην ανάγκη καθάρσεως της κοινωνίας και  της οικονομίας από όλους τους λυμεώνες του χρήματος του Ελληνικού λαού-δακτυλοδεικτώντας, μάλιστα, τους δράστες των σκανδάλων της περιόδου εκείνης-όμως, κατά την κρίσιμη στιγμή της αλήθειας, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου, περιέργως δίστασε, ανακρούσας πρύμνα. Αρνηθείς δε να επιβεβαιώσει  τις δικές του καταγγελίες έθεσε την αξιοπιστία του εν αμφιβόλω !
Τα αποτελέσματα είναι γνωστά: Η ασυνέπεια και η ανευθυνότητα του Τύπου του  είδους αυτού είχαν ως τελική συνέπεια την αθώωση των κατηγορηθέντων πολιτικών, το βαρύ, όμως, τίμημα της  κρίσεως, που  προέκυψε από τη δημοσιογραφική αυτή  συμπεριφορά, υπήρξε η οριστική, ίσως, απώλεια των αναγνωστών, κατά σημαντικό ποσοστό. Και το θλιβερό αυτό γεγονός, δεν επηρέασε μόνο την κυκλοφορία των υπαιτίων εφημερίδων, αλλά κλόνισε και το κύρος και την αξιοπιστία της Ελληνικής δημοσιογραφίας, γενικότερα. Άλλωστε και η επελθούσα παταγώδης κατάρρευση του διεθνούς Κομμουνισμού, επέδρασε, σεισμικά, στη συνείδηση του απογοητευθέντος αναγνωστικού κοινού του, που αντελήφθη ότι επί τόσο χρόνο ενεπαίχθη απ' τον πολιτικό-ιδεολογικό και δημοσιογραφικό αυτόν λαϊκισμό. Αυτά όλα, λοιπόν, αποτέλεσαν την κύρια αιτία για να εκδηλωθεί έντονη η δυσπιστία μεγάλης μερίδος του αναγνωστικού κοινού και να δημιουργηθεί κρίση εμπιστοσύνης για το σύνολο, σχεδόν, του ημερήσιου Τύπου. Το όντως ανησυχητικό αυτό φαινόμενο θα έπρεπε ν' αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής μελέτης.
Συνοψίζοντας :
Για ν΄αποκαταστήσει ο Τύπος στην Ελλάδα τη σοβαρότητα και το κύρος του, οφείλει :
α) Να μη δημιουργεί, με υπερβολές ή αποκλεισμό ειδήσεων και γεγονότων, εξ ορέων ασπάλακας και εξ ασπαλάκων όρη.
β) Να δημοσιεύει κάθε είδηση, ως έκθεση όλων των συμβάντων, αφού η εφημερίδα  είναι ο καθρέφτης των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών, εγκαταλείποντας τη νεολογοκρισία, που υποκρύπτει συνωμοσία σιωπής, δηλ. απόκρυψη ειδήσεων και πληροφοριών.
γ) Να λειτουργεί με σχόλια, αναλύσεις, έρευνες και κύρια άρθρα σε βάθος, ως δέσμη προβολέως φωτίζοντας τα γεγονότα εκείνα που κρύβουν οι ειδήσεις.Και
δ) να υπηρετεί τους θεσμούς, παραμένοντας ο θεματοφύλακας και όχι το υποκατάστατό τους, διότι, διαφορετικά, μετατρέπεται σε όργανο εκείνων που επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν την εκάστοτε απο διοργάνωση και υπολειτουργία των θεσμών.
 7.- Δημοσκόποι και  δημοκόποι
 Το «Βατερλώ» των δημοσκόπων, όπως φάνηκε στις Ευρωεκλογές του 2009, αυξάνει τις υποψίες, ότι ορισμένοι απ΄αυτούς,(που έργο τους είναι η έρευνα,ανάλυση και η εκτίμηση των διαθέσεων και των ροπών της κοινής γνώμης σε διάφορα σημαντικά θέματα),με τις σφυγμομετρήσεις, που κατά παραγγελία, συνήθως, των πελατών τους διενεργούν, υποβάλλουν τέτοιου είδους ερωτήσεις στους ερωτώμενους και με τέτοιο ιδιάζοντα τρόπο εκτελούν τις σχετικές τους εργασίες,ώστε κατορθώνουν και παίρνουν απαντήσεις, σύμφωνα προς τα ζητήματα που απασχολούν τους εντολείς τους, ή σε κάθε περίπτωση, κατά τις θέσεις, που οι ίδιοι έχουν προκαθορίσει ή έχουν κατά νου.
Το βάσιμο ή μη των αιτιάσεων αυτών,ασφαλώς δεν είναι εξακριβώσιμο. Το γεγονός όμως ότι στη χώρα μας,όχι λίγες σφυγμομετρήσεις έχουν αποδειχθεί, όπως τώρα,post factum, ασύμπτωτες προς τις εκφραζόμενες, τελικά, πραγματικές διαθέσεις της κοινής γνώμης,όταν οι διαθέσεις αυτές έχουν εξαχθεί-σε πολιτικά,ιδίως,ζητήματα-απ΄ την κάλπη, δημιουργεί, για το αξιόπιστο των αναλύσεων αυτών, εύλογη καχυποψία, η οποία και πλανιέται στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. 
Οι κατήγοροι των δημοσκόπων, όχι μόνο δεν διστάζουν να χαρακτηρίσουν ως αναξιόπιστα τ΄αποτελέσματα που παρουσιάζονται απ΄ αυτούς ως προβλέψεις και τάσεις, ιδίως κατά τις προεκλογικές περιόδους, αλλά προχωρούν ακόμη παρά πέρα, συσχετίζοντας και συνδέοντας τις σφυγμομετρήσεις αυτές με την ασκούμενη, απ΄τους δημοκόπους, παραπλάνηση του λαού.
Υποστηρίζεται,ειδικώτερα,ότι υπάρχει,έτσι ή αλλιώς,εκ των πραγμάτων, κάποιου είδους συνάφεια μεταξύ δημοσκόπων και δημοκόπων, με συνεργούς, αμφοτέρων, τα λεγόμενα μέσα μαζικής ενημερώσεως.
Οι δημοκόποι και στην πολιτική ζωή και στο πεδίο του  πολιτισμού, λαϊκίζουν. Λαϊκισμός στην περίπτωση της πολιτικής ζωής, σημαίνει εσκεμμένη εξαπάτηση των πολιτών, για εξασφάλιση απ΄τους πολιτικούς δημαγωγούς-χωρίς,βέβαια,σταθερά προγράμματα και αρχές-της ψήφου του λαού,με υποσχέσεις και ψευδή πειθώ, προς ετερόκλιτα, κοινωνικά, στοιχεία.
Ο Antonio Gramsci (βλ. Gefängnishefte. Kritische Gesamtausgabe, Argument-Verlag, Hamburg 1991-1999), είχε μιλήσει για τη στρατηγική της κυριαρχίας επι των εγκεφάλων που βασίζεται στις θεωρίες περί πολιτιστικής και πολιτικής ηγεμονίας. Κατ΄αυτόν, βασικός φορέας του φαινομένου αυτού έπρεπε να είναι μια κοινωνία των πολιτών, της οποίας η elite, σύλλογοι και άλλες οργανώσεις θα αναλάμβαναν να παίξουν το ρόλο του μετασχηματιστή του συνειδητού των πολιτών, μεταλλάζοντας βαθμιαία τις παληές αξίες και τους παληούς κανόνες.
Παρ΄ημίν, ήδη από 35ετίας έχει αρχίσει το φαινόμενο αυτό κατ΄αρχήν με τον λαϊκισμό, που, όπως επιγραμματικά έχει λεχθεί, σημαίνει «ο Θεόφιλος να υποκαθιστά τη ζωγραφική, το μπουζούκι τη μουσική, ο Μακρυγιάννης τη λογοτεχνία και ο Καραγκιόζης το θέατρο», και άλλα βέβαια. Και στο έργο αυτό προωθητές υπήρξαν τα μέσα μαζικής ενημερώσεως,ο Τύπος, γενικά,ο κινηματογράφος κ.λπ.
Και οι δημοκόποι να χρησιμοποιούν και αξιοποιούν τη δύναμη των μέσων μαζικής ενημερώσεως κ.λπ. Από εδώ και η δημιουργία, εκατέρωθεν κοινών συμφερόντων.
Τα φαινόμενα αυτά, έτσι που κατά την τελευταία 35ετία συνέβησαν στο χώρο του Τύπου κυρίως και της ραδιοτηλοψίας στην Ελλάδα, μπορούν ν’ αποτελέσουν ασφαλείς,  εν προκειμένω, ενδείξεις.
Κατά συνέπεια, οι δημοσκοπήσεις της μορφής αυτής, ως αίσθηση εκάστοτε, της κοινής γνώμης, είναι επηρεασμένες, αναμφισβήτητα, απ΄την πολιτική προπαγάνδα και δύναμη επιρροής των μέσων μαζικής ενημερώσεως.
Και οι, έτσι ή αλλιώς, κατευθυνόμενες, σφυγμομετρήσεις αυτές μπορούν να χρησιμοποιηθούν, από τους πελάτες-δημοκόπους, «αντί αληθείας» για περαιτέρω επηρεασμό του λαού, κατά ποικίλους τρόπους, όπως, λ.χ., με την εν συνεχεία αναπαραγωγή απ΄ τα μέσα μαζικής ενημερώσεως κ.ο.κ.
Συμπέρασμα: Εφ΄ όσον ευσταθούν τα παραπάνω τότε για την πρόκληση φαινομένων αλλοιώσεως των πραγματικών διαθέσεων της κοινής γνώμης, δηλαδή για τον αθέμιτο επηρεασμό του φρονήματος ανυποψίαστων πολιτών, δεν ευθύνονται μόνο οι δημαγωγοί, οι και «οχλοάρεσκοι» παλαιότερα ονομαζόμενοι, αλλά και άλλοι, εκάστοτε, απ΄ τούς παραπάνω παράγοντες του δημοσίου βίου,οι οποίοι έχουν κοινό συμφέρον να προβληθεί η έτσι κατασκευαζόμενη πραμάτεια στην πολιτική αγορά,ώστε, άκριτα και για εντυπωσιασμό των αφελών και των καλοπίστων, να διευκολυνθεί η πώληση αυτού του προβαλλόμενου προϊόντος...
Σε κάθε περίπτωση,αν απαλλαγούν οι δημοσκόποι απ’ την κατηγορία,ότι αποτελούν συνεργούς στη δημιουργία φαινομένων λαϊκισμού-μολονότι τα σε βάρος τους στοιχεία δεν είναι λίγα-η εμπειρία μιας 35ετούς περιόδου δίνει το μέγεθος της αλλοτριωτικής επιδράσεως, που άσκησε ο λαϊκισμός των δημαγωγών και των ασυνείδητων, τότε, μέσων μαζικής ενημερώσεως στο υποσυνείδητο μερίδων του λαού.
Το φαινόμενο του λεγόμενου Κοσκωταδισμού, με τη συγκέντρωση στα χέρια ενός ατόμου τόσο μεγάλης δημοσιογραφικής δυνάμεως και ύποπτου τραπεζικού πλούτου, σε συνάρτηση και με το αξιοθρήνητο θέαμα των προσερχόμενων, σε συνωστισμό, πανεπιστημιακών, πολιτικών, καλλιτεχνών, δημοσιογράφων κ.λπ.,για να τον υπηρετήσουν, τότε, με εκσυγχρονιστικούς όρους, μπορεί να πει κανείς ότι επαναλήφθηκε έκτοτε στη χώρα, τώρα μάλιστα που υπάρχει και το επιτυχημένο ιταλικό πολιτικοδημοσιογραφικό φαινόμενο Μπερλουσκόνι.  Και δεν είναι λίγοι εκείνοι,που υποστηρίζουν,ότι στην Ελλάδα το φαινόμενο βρίσκεται «εν τω γίγνεσθαι».
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: