Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Προφορικότητα

ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ-ΣΕΙΡΑ Β΄-ΑΡΙΘ.1


ΜΑΤΘΑΙΟΥ Χ.ΑΝΔΡΕΑΔΗ


Η ΠΡΟΦΟΡΙΚΟΤΗΤΑ

Κάθε φορά πού,λόγω κοσμικῶν συμβάντων ὅπως ὁ Κατακλυσμός ἡ γραφή χανόταν1 στόν μεσο γειακό χῶρο, γιά ἕνα μεγάλο χρονικό διάστημα, καί μέχρι νἄρθει ξανά ὁ γεωργικός ρυθμός (τήν τελευταία φορά μέ τή μεσο λάβηση τῆς 'Αθηνᾶς), ὁ πολιτισμός πού ἐπικρατοῦσε, παρέμενε προφορικός.
Στόν ἀκουστικό αὐτόν πολιτισμό, κυρίαρχος ἦταν ὁ ἦχος ὁ ὁποῖος ἀναγόμενος σέ κατηγορίες τοῦ χώρου, εἶχε καί ἐξακολουθεῖ νά ἔχει ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά, πού προσδίδουν στή ζωή τοῦ ἀνθρώπου ξεχωριστή σημασία καί μεγάλη θρησκευτική σπουδαιότητα, γεγονότα δηλαδή καί φαινόμενα τά ὁποῖα στόν σημερινό, κατ' ἐξοχήν, ὀπτικό πολιτισμό2, ἴσως νά μή τά ἀντιλαμβανόμαστε, σέ ἀντίθεση πρός τήν προγενέστερη ἐποχή τοῦ φωνητικο-ακουστικοῦ πολιτισμοῦ, τῆς διαρκοῦς δηλαδή, νομαδικῆς ἤ ἡμινο- μαδικῆς μετακινήσεως, ὅταν ὁ ἄνθρωπος βίωνε τίς λέξεις ἔντονα καί δραστικά, ὡς ἀναπόσπαστο μέρος τῆς λοιπῆς πραγματικότητος, ἀφοῦ μιά λέξη, ἀποτε- λοῦσε γι’αὐτόν τό κατ’ ἐξοχήν πραγματικό γεγονός.
'Η θέση τοῦ ἤχου στόν κόσμο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώ που καί στήν ἄμεση πραγματικότητα, μπορεῖ ν’ἀπο- τελέσει ἀντικείμενο ἰδιαίτερης μελέτης, ἀρχετυπι- κῆς, μάλιστα σπουδαιότητος, καί θά δοῦμε γιατί.


***

΄Ο ἦχος γιά τήν ἀκοή τοῦ ἀνθρώπου, σέ ἀντίθεση μέ τά ἀντικείμενα τῶν ἄλλων αἰσθήσεων, ἦταν τήν ἐποχή ἐκείνη, ὄχι μόνο καί κατά κύριο λόγο πραγματικός, ἀλλά ὑπαρξιακός θά μπορούσαμε σήμερα νά ποῦμε, μολονότι πιό πολύ φευγαλέος. Χωρίς νά φανερώνει ποτέ τήν ἐφησύχαση, ἄν καί μπορεῖ νά ἐπιφέρει γαλήνη, μᾶς λέει ὅτι συμβαίνει κάτι.
Οί άνθρωποι πολιτισμών, πού γνωρίζουν τίς λέξεις ώς φωνητικά-άκουστικά φαινόμενα, εἴτε στό τρέχον τους παρόν εἴτε στή φαντασία τους, εἶναι φυσικό νά άποδίδουν στίς λέξεις μεγαλύτερη δύναμη άπό ὅ,τι oἱ ἄνθρωποι τῶν πολιτισμῶν τῆς γραφῆς.
Oἱ λέξεις πού ἐκφράζουν όρισμένη δύναμη καί oἱ ὁποῖες ὄντως ἔχουν ἰσχύ, ἐνῶ τίς δεχόμαστε σέ μικρές δόσεις, συλλαβή-συλλαβή, προφερόμενες περι- βάλλονται ἀπό μιάν αὔρα δυνάμεως, ἰδιαίτερα ὅταν τό ἀκροατήριο εἶναι παρόν.
Σ’ἕνα φωνο-ἀκουστικό πολιτισμό οἱ συγκεντρωμένοι ἄνθρωποι (ὑπήκοοι-ἀκροατήριο) ἀκούγοντας, γιά παράδειγμα, τόν ἐκπρόσωπο τῆς ἐξουσίας, πού δήλωνε ἐπίσημα τή θέλησή του, συναισθάνονταν τούς λόγους του ὡς ἀναμφισβήτητη πράξη ἰσχύος. Καἰ ὁ Θεός,μετά τό εἶπε καί ἐγένετο , ὅρισε, ἔκτοτε, τόν ἐκπρόσωπό του νά ἐκδηλώνει, μέ τή Γλῶσσα, στούς ἀνθρώπους, σύμφωνα μέ ὅλες τίς θρησκεῖες, τά θεῖα Ρήματα.
΄Ο θεός-βασιλέας στόν Φαῖδρο τοῦ Πλάτωνος, πού δέν ξέρει νά γράφει (καί αὐτή ἡ ἄγνοια ἤ αὐτή ἡ ἀνικανότητά του, εἶναι τεκμήρια τῆς κυρίαρχης ἀνεξαρτησίας του) όμιλεῖ, λέει, ὑπαγορεύει καί ὁ λόγος του ἀρκεῖ.
Ἄς τά εἰδικεύσουμε, κάπως, ὅλα αὐτά.
‘Ο ἄνθρωπος στήν πρωταρχή του, εὑρισκόμενος μέσα στήν οἰκειότητα τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ἄκουσε τή φωνή Του. Αὐτό ἦταν τό πρῶτο σημάδι (Primum Signatum) πού πρωτάκουσε καί τό ὁποῖο ὡς φωνή δέν ἐπανελήφθη, γι’αὐτό καί ἐκ πρώτης ὄψεως, ἐμφανίζεται ὡς χαμένη, ὡστόσο διατηρεῖται στήν ἐμπειρία αὐτοῦ καί τῶν ἀπογόνων του ὡς πρῶτο γιγνωσκόμενο             (Primum Cognitum).
Καί τά πρῶτα αὐτά ἀκούσματα ὡς πνευματικός Λόγος, παρέμειναν βαθειά χαραγμένα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου, ἀπ'ὅπου ἐνίοτε τό ἐγχάρακτο αὐτό Εἶναι ἔκτοτε, ἐμφανίζεται στή συνείδησή του.
'Η φύση τῆς χαραγμένης αὐτῆς φωνῆς στό ψυχικό βάθος τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι πνευματολογική καί ὄχι γραμματολογική, εἶναι δηλαδή ἱερατική, ἐγγύτατη στήν ἁγία ἐσωτερική φωνή του, πού ἀφουγκράζεται, ὅσες φορές ἐπιστρέφει στόν ἑαυτό του, καί κατέρχεται στό βάθος τῆς συνειδήσεώς του. 'Η φωνή αὐτή τοῦ Λόγου, παρέμεινε γι’ἀρκετό διάστημα, σιωπηλή, βουβή, ἄηχη, ἄναρθρη, ἀπ' ἀρχῆς ἄφωνη, μέσα του.
'Ο ἴδιος ὁ ἄνθρωπος, τελῶν στή σιωπή ἐπεξεργάζεται μέσα στή συνείδησή του τόν Λόγο αὐτόν ἀπό τότε, καί ὡς ἀποζοφωμένος βροτός, στήν ἄξενη Γῆ πού βρέθηκε(da-sein), βιώνει συμμετέχοντας (ἐκτός τῶν ἄλλων, τῶν δρώ μενων δηλαδή καί τῶν δεικνύμενων) σέ ὅλα τῆς ζωής του, καί βέβαια στά ἀκουόμενα, ἐνῶ ἀποκτᾶ, ταυτόχρονα, συνειδησιακή ἐπίγνωση τοῦ ἐξωτερικοῦ κόσμου καί τοῦ οἰκείου του περιβάλλοντος, στρεφόμενος πρός τά ἔξω, ἤτοι κάνοντας οἰκεῖο του, ὅ,τι γίνεται ἀκουστό.

α.-Οἱ λέξεις στην ιστορικότητά τους

Οἱ λέξεις στή συνθήκη τῆς προφορικότητος, ἄν καί βραχύβιες, φευγαλέες καί φορτωμένες μέ στοιχεῖα τῆς μή φραζόμενης πραγματικότητας, εἶναι παρ'ὅλα αὐτά ὑπό μία βαθύτατη ἔννοια πιό πραγματικές ἀπό ὅ,τι οἱ λέξεις πού προβαίνουν μέ τή γραφή.
Ὃταν οἱ λέξεις γράφονται, θεωρεῖται πολύ πιό πιθανόν νά μήν κατανοοῦνται σωστά ἀπ’ ὅ,τι προφέρονται.
'Ο ἦχος εἶναι ἕνα εἰδικό αἰσθητήριο κλειδί πρός τήν ἐσωτερικότητα.Ἔχει νά κάνει μέ τά ἔνδον αὐτά καθ’ἑαυτά, πού σημαίνει μέ τά ἐντός τοῦ ἀνθρώπου πού ἐξωτερικεύονται, τά ὁποῖα δέν κλείνονται στόν ἑαυτό τους διότι ἡ πραγματική ἐσωτερικότητα εἶναι ἐπικοινωνιακή.
'Ο ἦχος εἶναι τό νῆμα, πού ὁδηγεῖ στά ἐνδότερα, στό ἐντός, τόσο μέ τή φυσική ὅσο καί μέ τήν ψυχολογική ἔννοια.Περισσότερο ἀπό ἄλλα αἰσθητηριακά φαινόμενα, ὁ ἦχος μᾶς γνωρίζει τά ἐντός ὡς ἐντός.
'Ο ἦχος, ἀπό τήν ἄλλη μεριά φανερώνει τό ἐντός χωρίς κατ'ἀνάγκην νά εἰσβάλλει ἐκεῖ φυσικῶς, ὅ- πως, λόγου χάρη, ὅταν χτυπᾶμε μέ τά δάκτυλα ἕνα τοῖχο γιά νά βροῦμε σέ ποιό σημεῖο εἶναι κούφιος ἀπό μέσα ἤ κουδουνίζουμε ἕνα ἀσημένιο νόμισμα γιά νά διαπιστώσουμε ἄν τυχόν ἔχει μολῦβι στό ἐσωτερικό του, σέ ἀντίθεση πρός τήν ὅραση, ἡ ὁ- ποία ἀπαιτεῖ ν’ἀνοίξουμε αὐτό πού ἐξετάζουμε, τρέποντας τό μέσα σέ ἔξω, καταστρέφοντας δηλαδή τήν ἴδια του τήν ἐσωτερικότητα.
Ό ἦχος ἀποκαλύπτει τά ἔνδον, γιατί ἡ φύση του προσδιορίζεται ἀπό ἐσωτερικές σχέσεις. Ό ἦχος ἑ- νός βιολιοῦ, λένε οἱ εἰδικοί, καθορίζεται ἀπό τήν ἐσωτερική δομή τῶν χορδῶν του, ἀπ’τή γέφυρά του καί ἀπό τό ξῦλο τῆς ἠχητικῆς του πλάκας,ἀπ’τό σχῆμα τῆς ἐσωτερικῆς κοιλότητος τοῦ κορμοῦ του καί ἀπό ἄλλα ἐσωτερικά του χαρακτηριστικά. Ἄν γεμίζαμε τό βιολί μέ τσιμέντο ἤ μέ νερό, ἤ (θά λέγαμε ἐμεῖς), ἄν κατασκεύαζε ὁ ὀργανοποιός τό ἔγχορ- δο, γενικά ὄργανο, μέ μηχανικό τρόπο ἀπό πλαστικά ἤ ἄλλα ὑλικά, διακοσμημένο μέ πολλά στολίδια, ὅ- πως συνηθίζεται στόν τόπο μας, και ὄχι χειροποίητο ὁλόκληρο, θά ἠχοῦσε διαφορετικά.
'Ο ἦχος εἶναι κατά κάποιο τρόπο τό καταλληλότερο πεδίο γιά τήν κίνηση ἀπό τήν ἀδράνεια στή νοημοσύνη, ἀπό τήν πραγματώδη ἐξωτερικότητα στήν ἐσωτερικότητα τῶν ζωντανῶν ὑπάρξεων καί τέλος τῶν προσώπων. Νά δρᾶς σκοπίμως, σημαίνει νά προ σδιορίζεις καί ἐξωτερικές ἀκόμη διεργασίες καί δομές μέσα ἀπό τήν ἴδια τήν συνείδηση.Νά ἀπευθύ- νεσαι ἤ νά ἐπικοινωνεῖς μέ ἄλλους ἀνθρώπους σημαίνει νά συμμετέχεις στή δική τους ἐσωτερικότη- τα, ἀλλά καί στή δική σου.
Ὡστόσο, ὁ ἦχος δένει τούς ἐσωτερικούς χώρους μεταξύ τους ὡς ἐσωτερικούς. Αὐτό ἰσχύει ἀκόμη καί στόν φυσικό κόσμο. Οἱ ἦχοι ἠχοῦν καί ἀντηχοῦν ὑπό τόν ὅρο ὅτι τριγύρω ὑπάρχουν φυσικοί ἐσωτερικοί χῶροι, πού ἀνταποκρίνονται.
Ἀν παίξουμε τήν χορδή μιᾶς μπάσας βιόλας θά ἠχήσει καί μιά διπλανή (χορδή) λόγω τοῦ ἐξωτερικοῦ ἀντίκτυπου τῆς ἐνέργειας, μέ τρόπο ὅμως πού ἀποκαλύπτει τήν ἐσωτερική κατασκευή τοῦ όργάνου3.
'Επειδή ὁ προφορικός λόγος κινεῖται ἀπό μέσα πρός τά ἔξω, ἡ ἐπαφή δύο ἀνθρώπων ἐπιτυγχάνεται κυρίως μέσω τῆς φωνῆς. Οἱ τρόποι συναντήσεως εἶ- ναι ἀναρίθμητοι-ἕνα βλέμα (ὅραση), μιά χειρονομία καί ἕνα ἀκούμπισμα (ἀφή), ἀκόμη καί μιά μυρωδιά (ὄσφρηση)-ὡστόσο ὁ προφορικός λόγος κατέχει τήν πρώτη θέση.
Συναντήσεις μέ ἄλλους ἀνθρώπους χωρίς συνομιλία, πολύ δύσκολα μποροῦν νά χαρακτηρισθοῦν συναντήσεις, λέει ὁ Οὐῶλτερ Ι.΄Ονγκ.
'Ο ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη νά δίνει νόημα καί ζωή στίς πράξεις του, διά τῆς συναναστροφῆς του μέ ἄλλους, πού σημαίνει πώς μέ τόν ἕνα ἤ τόν ἄλλο τρόπο, ρητά ἤ σιωπηρά, ἔχει ἀνάγκη νά σχετίζει τίς πράξεις του μέ τόν προφορικό λόγο.
Ἐφόσον, τά καθαρῶς ἐσωτερικά πεδία (πρόσωπα) ἐπικοινωνοῦν μεταξύ τους, κυρίως μέ τήν φωνή, ἡ ἀποσιώπηση τῶν λέξεων προοιωνίζεται, κατά κάποι ον τρόπο, ἕναν ἀποσυρμό πρός τά μέσα μας. 'Ενας τέτοιος ἀποσυρμός δέν εἶναι ἀπαραιτήτως ἀντικοι- νωνικός, γιατί τό ἐσωτερικό, στό ὁποῖο ἀποσυρόμαστε, εἶναι τό στέρεο έδαφος κάθε ἐπικοινωνίας. 'Η θρησκευτική σιωπή, αἴφνης, πού ἐπιχειρεῖται ἀπό κοινοῦ μέ τούς ἄλλους καί ἀπό σεβασμό πρός τόν Θεό καί πρός ὅλη τήν ἀνθρωπότητα, μπορεὶ νά εἶναι γόνιμη, καί εἶναι, ἡ σιωπή ὅμως σχετίζεται σέ πολλά σημεῖα μέ τόν προφορικό λόγο καί συνιστᾶ καθ΄ἑαυ τήν ἕνα εἶδος ἐπικοινωνίας καί ἐπαφῆς

4 β.-Λόγος ἔμπρακτος καί πρᾶξις ἐλλόγιμος
'Η γλῶσσα δέν εἶναι ὄργανο τῆς σκέψης,
μπορεῖ μάλιστα νά συμβαίνη τό ἀντίθετο.
Καί αὐτό παίρνει μεγάλη σημασία ἰδιαίτερα
γιά μᾶς τούς 'Έλληνες, πού ἡ γλῶσσα μας
χρησιμοποιήθηκε χιλιάδες χρόνια (...).Πολύ-
πλοκη ὅσο καί ὁ ἀνθρώπινος ὀργανισμός,ἡ
γλῶσσα εἶναι ἕνα μέρος του,μοιράζεται μαζί
του τή ζωή τήν ἴδια-ἀποφαίνεται ὁ Wittgens
tein-καί μπορεῖ,ἀντίθετα μέ τήν παροιμία τή
δική μας,νά ἔχη καί κόκαλα καί ψαχνό καί με-
δοῦλι καί αἷμα.Αὐτός εἶναι ὁ λόγος πού σήμερα
στήν 'Ελλάδα τή νέκρα τοῦ θανάτου τήν καταλα-
βαίνουμε καθαρά μονάχα κάθε φορά πού τυχαί
νει νά βρεθοῦμε μπροστά στή ζωντανή γλῶσ-
σα. Ζήσιμος Λορεντζᾶτος

***

Ὃλα τά δρώμενα,τά λεγόμενα καί τά δεικνύμενα πού ἔκτοτε μέχρι σήμερα βιώνει ὁ ἄνθρωπος,τά ζῆ μέ βάση τά Ρήματα πού ἄκουσε στήν πρωταρχή του καί τά ὁποῖα μολονότι θεωροῦνται φωνητικά ὡς μία χαμένη γλῶσσα,ἐφεξῆς πληρώνουν τάς ἀκοάς του. Σ’αὐτήν τή γλῶσσα,μέ τίς διάφορες ἠχητικές μορφές της,παραμένει βαθειά ἡ συμβολική λειτουργία.Κάθε λέξη στήν πρωταρχική συνθήκη τῆς ὑπάρξεώς της, εἶναι προφορική καί ἀποτελεῖ ἕνα γεγονός.Στούς πρώτους,τούς ἀναλφάβητους, πολιτισμούς,ἦταν κοινή ἡ πίστη, πώς οἱ λέξεις, σέ πολύ μεγάλο βαθμό, μποροῦσαν νά χρησιμοποιηθοῦν γιά νά ἐπιφέρουν ἕνα ἀποτέλεσμα,ὄχι μόνο κατά τόν τρόπο τοῦ Θεοῦ, πού εἶπε καί ἐγένετο,ἀλλά καί σέ ἀνθρώπινο ἐπίπεδο,νά πραγματώνουν,γεγονότα, ὅμοια μέ αὐτά πού ἦσαν σέ θέση νά ἐπιτύχουν τά ὅπλα ἤ τά ἐργαλεῖα.
'Η λέξη ὡς ἦχος,δηλώνει μιά κάποια δραστηριότητα,πού συμβαίνει τώρα καί ἐπιβάλλει μιάν,ἐπίσης hic et nunc,προσωπική παρουσία.'Η φωνή ὡς πρότυπο κάθε ἦχου,ὑπονοεῖ κάποια παρουσία,ὡς πραγματικότητα καί ἀμεσότητα.Ὁ Ἀβραάμ ἀντελήφθη τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ,ὅταν ἄκουσε τή φωνή του.
'Η προσωπική τοῦ εἴδους αὐτοῦ παρουσία,πού βεβαιώνεται ἀπό τήν λέξη,διαθέτει ἄμεση θρησκευτι- κή σημασία,σέ ὅλες τίς θρησκεῖες,εἰδικά ὅμως στήν 'Ιουδαιοχριστιανική παράδοση.
'Η παρουσία ἔχει σχέση μέ τόν ἱερό χρόνο καί τόν ἱερό χῶρο.'Η θεϊκή παρουσία εἰβάλλει στόν χρόνο καί στόν χῶρο καί τούς κατοικεῖ 5.
Ἀρκετοί ἀπ’τούς προφορικούς πολιτισμούς ἀντιλαμβάνονται τήν πραγματικότητα συγκροτημένη ὑπό μορφή ἁρμονικοῦ ὅλου,ἐν ἀντιθέσει πρός τήν ὀπτική θεώρηση τῆς κοσμολογικῆς ἑνότητος,ἡ ὀποία προσιδιάζει στήν σύγχρονη τεχνολογική κοινωνία μας.
Δυτικοί στοχασταί ἔχουν σκιαγραφήσει λεπτομερέστατα τήν κατεξοχήν ἀκουστική ροπή τῆς δυτικῆς σκέψεως στίς ἀπαρχές της,σέ ἀντίθεση πρός τήν σύγχρονη ὀπτικοεικονιστική ροπή στή Δύση,πού ἁπλώνεται μέ γοργούς ρυθμούς ἐκεῖ καί ἀλλοῦ.
Ὡστόσο,ἡ παλαιά ἀκουστική ἔννoια τῆς ἑνότητος6 πού προέρχεται ἀπό τόν κόσμο τοῦ ἤχου καί ἐπιδρᾶ στό ὅλον τῆς ἄμεσης πραγματικότητος,βοηθάει νά ἑδραιώσουμε τή συνείδηση τῆς πληρότητος,καί τῆς ἀκεραιότητος.
Σήμερα εὐρύνεται ἡ χρήση τῆς ἀκουστικῆς ἑνό- τητας,ὅπως λ.χ.,στή σύγχρονη φυσική,ὅπου προτείνεται ἡ καταφυγή σέ ἠχητικῆς προελεύσεως ἔννοιες γιά συμπλήρωση (χωρίς νά ἐγκαταλείπεται) τοῦ ὀπτικῆς προελεύσεως ἐννοιολογικοῦ συστήματος, στό ὁποῖο ἔχει διαμορφωθεῖ ἡ ἐπιστήμη αὐτή. 'Η ἑνότη τα στόν ἦχο ἐμφανίζεται ὠς συγχρονικό δεδομένο. Σέ μιά στιγμή ἀκούω μονομιᾶς ὑποχρεωτικά,ὄχι μόνο ὅ,τι παρέρχεται ἀπό μπροστά μου ἤ πίσω μου, δεξιά ἤ ἀριστερά, ἀλλά καί ἀπό πάνω καί ἀπό κάτω, ὅλους τούς ἤχους γύρω μου.'Αρα ὁ ἦχος μέ τοποθετεῖ στό κέντρο ἑνός κόσμου.7
Θά πρέπει ἐδῶ νά θυμηθοῦμε πώς ὅταν μιλᾶμε γιά μέσα καί ἔξω δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ αὐστηρά μαθηματικές ἔννοιες. Ὃπως τό δεξιά καί τό ἀρι- στερά8, τό πάνω καί τό κάτω,ἤ τά σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος βορράς, μεσημβρία, ἀνατολή καί δύση,οἱ ἔννοιες μέσα καί ἔξω, ἐδῶ εἶναι καθαρά ὑπαρξιακές.
Ἀριστερά σημαίνει ὁ σχετιζόμενος μέ ἤ εὑρισκόμενος ἐγγύτερα στό πιό ἀδύναμο χέρι γιά τούς περισσοτέρους ἀνθρώπους,καί δύση εἶναι ἡ τροχιά τήν ὁποία διαγράφει γενικῶς τό ἡλιοβασίλεμα.
Ἀν καί ὁ ἴδιος ὁ ἦχος εἶναι φευγαλέος,αὐτό πού μεταφέρει τή στιγμή κατά τήν ὁποία ὅλα συμβαί- νουν συγχρόνως,συλλαμβάνεται στήν ἀμεσότητα τοῦ παρόντος,ἡ ὁποία ἔτσι εἶναι πλούσια,πολυει- δής,συχνά ἁρμονική καί πολύ(ν)τροπος.
Τό τίκ-τάκ τοῦ ρολογιοῦ μου,μία καμπάνα πού σημαίνει,ἕνας γοργός βηματισμός στό πάτωμα καί τό μπάσο μιᾶς κόρνας ντῆζελ,ὅλα συναντιῶνται.
Μολονότι,ὁ ἦχος πεθαίνει κάθε στιγμή πού ζῆ,ἡ στιγμή κατά τήν ὁποία ζῆ ἔχει πλοῦτο.Μέσω τοῦ ἤχου μποροῦμε νά εἴμαστε παρόντες σέ μιά ὁλότητα πληρότητος,ἀφθονίας.
Ὃταν μεταδίδεται μιά συμφωνία παιγμένη ἀπό μιά ὀρχήστρα,φαίνεται ὡς ἐάν εὑρίσκεται μπροστά μας,πού γεμίζει μέ τίς ἁρμονίες της ὁλόκληρο τόν χώρο μας καί μέ τίς εὑμολπές της μᾶς καταλαμβάνει ὡς ἐξ ἐφόδου ἀπ'ὅλες τίς μεριές.
Ἀπό τή φύση του ὁ κόσμος τῶν ἤχων ἔχει βάθος, διάσταση,πληρότητα σέ βαθμό πού ὁ κόσμος τῆς θέας,παρ’ὅλες τίς ξεχωριστές ὀμορφιές του,δέν θά φθάσει ποτέ.
'Επομένως ὁ ἦχος ἔχει μιά εἰδική σχέση μέ τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας.
Εἶμαι παρών σέ κάποιο γεγονός σημαίνει εἶμαι μέσα στό γεγονός καί ὄχι τό ἔχω μπροστά μου.Στόν κόσμο τοῦ ἤχου βιώνουμε τήν παρουσία ὡς συμμετοχή.
Σέ ἕναν κόσμο ὅπου κυριαρχοῦν οἱ ἠχητικές ἐντυπώσεις,τό ἄτομο περιβάλλεται ἀπό τό ἀπρόβλεπτο.
Ὃπως εἴδαμε,ὁ ἦχος ἀφ'ἑαυτοῦ εἰδοποιεῖ ὅτι κάτι τρέχει,συμβαίνει κάτι,καλό εἶναι νά προσέχετε.Οἱ ἦχοι,ἐπί πλέον,τείνουν νά ταυτίζονται μέ φωνές, ὅπως ἐπί παραδείγματι στούς πρώτους πολιτισμούς, ὅπου ἡ βροντή ἀκουγόταν ὡς φωνή τοῦ Θεοῦ,εἴτε στήν φαντασία μας σήμερα,ὅπου οἱ θόρυβοι τούς ὁποίους ἀκοῦμε στά βάθη ἑνός σκοτεινοῦ δάσους φέρνουν στόν νοῦ ἀκόμη καί τοῦ πιό ἐξελιγμένου ἀπό πλευρᾶς τεχνολογικῆς ἐκπαιδεύσεως ἀτόμου, φωνές ζωντανῶν ὄντων καί πολύ πιθανόν ἀνθρώπων,γιατί ἡ διϋποκειμενικότητα εἶναι ἀπό τούς συστατικούς τρόπους τοῦ ἀνθρώπινου κόσμου.Έτσι ὁ κόσμος τῶν ἤχων τείνει νά ἀναπτύσσεται στόν κόσμο τῶν φωνῶν καί τῶν ἀνθρώπων,τῶν πιό ἀπρόβλεπτων ἀπό ὅλα τά ὄντα.Στό βάθος αὐτό οἱ πολιτισμοί τῶν συνθέτων ἀκουσμάτων ἔχουν τήν πηγή τῆς ἀγωνίας τους καί τῆς ροπῆς τους στά πρῶτα ἀκούσματα τοῦ homo erectus,τοῦ πρώτου ἀνθρώπου.
Παρότι λοιπόν εἶναι εἰς τό ἔπακρον ἐξυπηρετική καί ἐμπλουτιστική,ἀπό τήν ἐποχή ἀκόμη τῶν Προσωκρατικῶν καί ἰδιαίτερα στόν Φαῖδρο τοῦ Πλάτωνος καθώς καί,(ὅπως εἴδαμε ἄλλη φορά),στήν Ζ' 'Επιστολή του,ἡ γραφή βρίσκεται σέ μόνιμη κατάσταση παρ ακμῆς ἐν συγκρίσει πρός τόν προφορικό μέσον.
Ἒστω ἀορίστως,ἐνέχει κάτι σάν ἰδιότυπη ἀπειλή θανάτου.Τό γάρ γράμμα άποκτείνει,τό δέ πνεῦμα ζωοποιεῖ (Κορ.Β',3,6).Καί τό πνεῦμα,δέν ξεχνᾶμε, σημαίνει τήν πνοή,τό ὄχημα,δηλαδή,τοῦ ζωντανοῦ λόγου στόν χρόνο.9
Β  'Η 'Α κ ο ή

Σ’ἀντίθεση πρός τήν ἀφή καί πρός τήν ὅραση (ἡ δεύτερη φανερώνει τήν ἁπλῆ ἠρεμία),ἡ ἀκοή καταγράφει τή δύναμη,τό δυναμικό στοιχεῖο,ἰδιαίτερα στό χῶρο.Γι’αὐτό καί ὁ ἄνθρωπος ἀρχῆθεν ἔτεινε τό οὖς στά ἀκούσματα, ἀκούγοντας αὐτό πού συνέβαινε καί εἶχε πάντοτε τόν νοῦ του, συναισθανόμενος ὅτι αὐτό πού συμβαίνει,εἶναι κάτι πού ἔχει τή δύναμη νά ἐπενεργεῖ.
'Η αἴσθηση ἀκοή,σέ πρῶτο ὁρισμό,εἶναι ἕνα ἀπό τά μέσα ἐκεῖνα,μέ τά ὁποῖα ἀποκτᾶ ἐπίγνωση τοῦ περιβάλλοντός του.Δέν μπορεῖ νά εἶναι ἡ ἀκοή ὄρ- γανο,γιατί,σέ τελευταία ἀνάλυση,ὄργανο εἶναι μία ὑλική μορφή,πού ὑπάρχει γιά κάποιο σκοπό,ἐδῶ εἶναι τό μέσον,διά τοῦ ὁποίου ὁ ἄνθρωπος,ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τόν περιβάλλοντα, ἐγγύτερο καί ἀπώτατο, χῶρο του,πάνω στόν ὁποῖο καί στοχάζεται.
Ἡ ἀκοή μέ ἐξοικειώνει μέ πλῆθος δρώμενων τά ὁποῖα μοῦ γνωρίζει ὅτι συμβαίνουν ταυτόχρονα.Ἀπό μόνη της δέν τεμαχίζει ὅπως κάνει ἡ ὅραση.Ἀφ΄ ἑαυτῆς ἑνώνει τούς ἤχους.Τείνει πρὀς τήν ἁρμονία.
Εἰδικώτερα, μέ τήν ἀκοή, ὡς μέσον ὁ ἄνθρωπος:
Έρευνᾶ τό παχυλό φυσικό του πεδίο,μέ αὐτήν ἐξ- αγοράζει τήν ἱστορική του ἐμπειρία καί ἀνακαλύπτει ὅ,τι χρειάζεται νά γνωρίσει,ἐνῶ ἀποκτᾶ ἐπίγνωση καί διευρύνει τή συνείδησή του.Ἄρα,τρία εἶναι τά κατ' ἐξοχήν πεδία τῆς ἀκοῆς:
α) Τό πρῶτο,εἶναι τό φυσικό πεδίο,ὅπου ἰσχύουν οἱ φυσικοί Νόμοι γραμμένοι,μέ συγκεκριμένα σημεῖα, στή Φύση, δηλαδή σ'ὁλόκληρο τόν κόσμο, καθώς καί στό καθένα ἀπό τά μόριά του.Τ’ἀκούσματα τοῦ πεδίου αὐτοῦ ὑπάρχουν παντοῦ. Θά μποροῦσε ἐδῶ νά ἐπισημανθεῖ ἡ ἀκοή στήν καταιγίδα καί στή θύελλα, στό φλοίβισμα τῆς θάλασσας,στό τρίξιμο τῆς φω- τιᾶς,τή μουσική τοῦ σύμπαντος,στόν ψίθυρο τοῦ ἀνέ μου,στό τραγοῦδι τοῦ τριζονιοῦ, στήν κραυγή τοῦ ζώου κ.λπ. Σέ αὐτές ὅλες τίς φυσικές καταστάσεις, δέν παύει ν'ἀκούγεται,πάντοτε ἐκεῖνος ὁ Λόγος, πού δια- περνάει ὅλα τά πράγματα,αἰώνια.
β) Τό δεύτερο πεδίο,εὑρίσκεται στόν κώδικα τῆς ΄Ιστορίας του,καί περικλείει μέ βάση τόν καθαρό καί ἀφηρημένο Κανόνα τῆς πνευματικῆς διαγωγῆς τῆς Κτίσεως,ἀπό τήν ἀρχή τῆς Δημιουργίας μέχρι σήμερατ’ἀνθρώπινα δημιουργήματα ἀνάμεσα στούς αἰῶνες.Έδῶ ὁ ἄνθρωπος,ὡς ἱστορικό καί ὑπαρξιακό ὄν,καί στή σιωπή του,ὡς πάσχουσα ὕπαρξη καί στήν προσευχή του,ἀλλά καί στήν ὁμιλία του καί στήν κραυγή του,ἐκδήλωνει τίς ψυχικές του καταστάσεις. Οἱ ψυχικές αὐτές καταστάσεις,ἐκφράζονται μέ τά ἀκούσματα τῆς Γλώσσας,τίς πιό πολλές φορές.
γ) Στό τρίτο πεδίο ἐκδηλώνεται ὁ Νόμος ἐκεῖνος,ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Πνευματικός Λόγος καί Λόγος τοῦ Θεοῦ,πού σαρκώνεται στήν ὕλη γιά νά τή μεταποιήσει,εἶναι κατατεθειμένος στήν τεχνητή γλῶσσα καί στίς παραβολές καί προσφέρει τή Γνώση τῶν ἀρρήτων καί ἀποκεκρυμμένων πραγμάτων καί σχέσεων, ἐνῶ εἶναι παρών καί μέσα στή φύση καί στόν θετό Νόμο.
Καί στά τρία αὐτά πεδία,ἰσχύουν,ἔτσι,Νόμοι αἰώνιοι καί ἀκατάλυτοι. Μεταξύ τῶν δύο πρώτων Νόμων, δέν ἰσχύει ὁ ἀνταγωνισμός.'Εδῶ,ό ἕνας Νόμος δέν ὑποτάσσεται στόν ἄλλο.
Στήν πρώτη περίπτωση τοῦ Φυσικοῦ Νόμου, ὑπάρχει βέβαια ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Λόγου στή Φύση καί στή δεύτερη περίπτωση ἡ ἀποκάλυψη τοῦ Λόγου στήν 'Ιστορία, ἀλλά οἱ δύο Νόμοι συμπληρώνονται καί ἑνώνονται, ἀποτελεσματικά,ἐνῶ αἴρονται οἱ περιορισμοί τους ἀπό τόν τρίτο Νόμο, τόν Πνευματικό Λόγο.
Ἄς δοῦμε πῶς ἐπενέργησε στόν ἐσωτερικό κόσμο (στήν ψυχή) τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀκοή.
Ἔλεγε ὁ Ἀριστοτέλης (Περί Ἑρμηνείας, Ι,16α, 3):
Οἱ ἦχοι πού ἐκπέμπονται διά τῆς φωνῆς (τά ἐν τῆ φωνῆ),εἶναι σύμβολα τῶν ψυχικῶν καταστάσεων (παθήματα τῆς ψυχῆς) καί γραμμένες λέξεις,τά σύμ βολα τῶν λέξεων πού ἐξεπέμφθησαν διά τῆς φωνῆς.Ἡ φωνή εἶναι παραγωγός τῶν πρώτων συμβόλων,γι’αὐτό εἶναι ἐγγύτατα στήν ψυχή. Ἀνάμεσα στά πράγματα τοῦ ἐξωτερικοῦ καί ἐσωτερικοῦ κόσμου (Εἶναι),καθώς καί στίς ψυχικές καταστάσεις,ὅπως ἐλπίδες,προσδοκίες,φόβοι κ.λπ,ὑπάρχει μία τάξη φυσικῆς καί καθολικῆς σημασίας. Οἱ καταστάσεις τῆς ψυχῆς, πού ἐκδηλώνονται μέ τίς λέξεις καί συνεπῶς καί τά σημεῖα ἐκδηλώσεως τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς, μέ τίς λέξεις, εἶναι ταυτόσημες σέ ὅλους τούς ἀν- θρώπους. Τά παθήματα τῆς ψυχῆς, ὡς ἐνέργειες, συνιστοῦν ἕνα εἶδος παγκόσμιας γλώσσας.
Ἡ Φωνή,κατά τόν ὁρισμό αὐτόν,σημαίνει τά πάθη τῆς ψυχῆς (τά σημαινόμενα), εἴτε ὡς ἐννόημα ἤ βίωμα θεωρηθοῦν τά πάθη, εἴτε ὡς ἁπλό πρᾶγμα.
'Εδῶ θά μποροῦσε νά λεχθεῖ αὐτό πού ἐξέφρασε ὁ Ήράκλειτος ὅταν ἔλεγε (ἀπ.55),πώς μαθαίνει μέ τήν ἀκοή (μαζί βέβαια καί μέ τήν ὅραση-Προτιμῶ ὅσων ὄψις ἀκοή μάθησις).Κατά τή διαδικασία αὐτή, στοχάζεται ὅλα ὅσα δια δραματίζονται μέσα στήν ψυχή του.
Ὅτι ἡ ἀκοή εἶναι συνδεδεμένη μέ τήν ψυχή του, καταφαίνεται ἀπό τήν ἐπισήμανση τοῦ ἑξῆς οὐσιώδους στοιχείου, ὅτι δηλαδή στή διάθεση τῆς ψυχῆς, τίθενται οἱ πέντε αἰσθήσεις,γιά νά μπορέσει αὐτή νά γνωρίσει τόν ἐξωτερικό κόσμο, ἀλλά καί νά ἐπιτύχει τό γιγνώσκειν ἑαυτήν .
΄Ακοή καί φωνή σχετίζονται μέ τήν ψυχή,γιατί κατά τόν Πλάτωνα (Φαῖδρος 278α),ἔχει πρωταρχικά γραφεῖ μέσα στήν ψυχή ἡ πρώτη ἀλήθεια πού ἀντι- προσωπεύει ἔκτοτε τόν φυσικό ἤ θείο Νόμο,πού ἔτσι συμφύεται μέ τήν πνοή καί τήν ἀναπνοή,ἀφοῦ μέ τήν πνοή ἤ τή θεία ἐπιταγή, ἐνεγράφη ὡς νόμος ό Λόγος μέσα στήν ψυχή. Τό Εἶναι λοιπόν,ὡς πρωταρχικός Λόγος, ὑπῆρξεν ὡς πνοή,ἡ ἀρχέγονη λέξη καί προεννοεῖται σέ κάθε γλῶσσα.Ἒτσι,ὁ ἄνθρωπος, ἔχει κάποια προ-κατανόηση αὐτοῦ τοῦ Εἶναι.Καί ὅταν ἐρωτᾶ ὁ ἄνθρωπος: Ποιό εἶναι τό νόημα τοῦ Εἶναι,ἐρωτᾶ μέσα στή γλῶσσα τῶν λέξεων.
Ἀρχικά,ὑπῆρχε ἕνας φυσικός δεσμός νοήματος μέ τίς αἰσθήσεις καί αὐτός ἀκριβῶς,περνοῦσε ἀπό τό νόημα στόν ἦχο:Τό γραμμένο στήν ψυχή ἔγινε ἡ γραφή τῆς συνειδήσεως καί ἐγγραφή τῶν παθῶν.Ή συνείδηση,εἶναι ἡ φωνή τῆς ψυχῆς καί τά πάθη της,εἶναι ἡ φωνή τοῦ σώματος.
Μέ τή γραφή, χάθηκε ὁ ἀρχικός Λόγος μέσα της, ὡς φωνή, λησμονήθηκε. Μέ τήν ἀπώλεια τῆς ἀρχικῆς ὁμιλίας,ἡ γλῶσσα ἔγινε τεχνητή, καθιέρωσε σημεῖα συμβατικά.
Μέ τή γραφή,ἀντικατεστάθη τό φώνημα ἀπό τό γράφημα καί οἱ ἐντυπώσεις τοῦ ἀνθρώπου,ἔγιναν ὀπτικές,πιό διαρκεῖς ἀπ’τίς ἀκουστικές,ἀλλά τό φώνημα δέν μπορεῖ νά συλληφθεῖ μέσα στή γραφή,μέ ὅλο τόν ζωντανό παλμό του ὁλόκληρο, γιατί τίποτε τό ὁρατό δέν μπορεῖ νά τοῦ μοιάσει.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὀνοματίζει,φέρνει,οὐσιαστι κά, στήν προφάνεια,μέ τη γλώσσα,τό ἐκκαλυμμένο,τό κρυμμένο στή λήθη,τό ἔκτοτε ἀνάκουστο.
Πιό συγκεκριμένα,τό Εἶναι,γιά νά ἔλθει στήν ἐμ-φάνεια καί νά γίνει Ἀ-λήθεια,καλούμενο προφορικά,γίνεται Λόγος μέ τήν ἐκφερόμενη λέξη.Ἄρα τό Εἶναι κρύβεται μέσα στή γλῶσσα.
Κάθε λέξη πού ἀρχικά ἄκουσε ὁ ἄνθρωπος,τότε, τώρα ἔχει συγχωνευθεῖ μέσα στήν καθαρή γραφή, γι’αὐτό ἡ εἰκόνα πού διαβάζει γίνεται ἀκουστική εἰκόνα τῆς λέξεως.Αὐτή ἀποτελεῖ τή δομή τῆς ἐμφα νίσεως τοῦ ἤχου καί συνιστᾶ,εὐρύτερα,τήν ψυχική εἰκόνα,τήν ψυχική ἀποτύπωση τοῦ ἀρχικοῦ ἤχου. Ἔτσι ἡ Γλῶσσα θεωρήθηκε ὡς ὁ Οἶκος τοῦ Εἶναι καί ὁ ἄνθρωπος, ὡς ὁ ποιμήν τοῦ Εἶναι.
Γλωσσικά,τό Εἶναι πρίν ἔλθει στήν ἐμφάνεια μέ τήν ὀνομασία (τή λέξη), ἀκούγεται μέσα στό φωνολογισμό του (στό ἄκουσμά του),καλούμενο μέ τ' ὄνομά του.(Σήμερα ἡ γλωσσολογία,πού θέλει νά εἶναι ἐπιστήμη τῆς γλώσσας,ἔχει ὡς θεμέλιό της τή φωνολογία,δηλαδή τήν ἑνότητα τῆς φωνῆς,τῆς γλώσ σας καί τοῦ Λόγου,γιατί μέσα στή φωνή ὑπάρχει ἀρθρωμένη ἡ ἑνότητα ἤχου καί νοήματος)
Συμπέρασμα:Τό ἀρχικό ὄνομα χρειάζεται τή φωνή,τή λαλιά,γιά νά ἐμφανισθεῖ,ἀφοῦ ἡ οὐσία,ὁ θεμελιακός χαρακτήρας τοῦ λέγειν καί τῆς ὁμιλίας, εἶναι ὅτι φανερώνουν,ἐπιτρέπουν νά ἐμφανίζονται τά ὄντα. Ὅταν ὁ στοχασμός στή δράση του καλεῖ κάποιο ὄνομα νά ἐμφανισθεῖ μπροστά του, αὐτό σημαίνει, κατά τόν Μάρτιν Χάϊντεγγερ, ὅτι στό λέγειν ἀνταποκρίνεται τό φαίνεσθαι, δηλαδή προσπαθεῖ ό ἄνθρωπος,στοχαζόμενος νά τοῦ φανερωθεῖ πάλι, αὐτό πού χάθηκε, ὅταν πρωτοειπώθηκε,ἀρχικά.
Ὀνομάζω κάποιο πρᾶγμα εἶναι τοῦτο:Τό καλῶ νά ἐμφανισθεῖ μέ τό ὄνομά του, λέει ὁ Μ.Χάϊντεγκερ. Ὀνομάζω,σημαίνει προ-καλῶ -τήν-ἐμφάνιση. Ἡ ὀνομασία, δέν σημαίνει ἐκφέρω μία λεξική σημασία, ἀλλά ἐπιτρέπω νά ἔλθει στό φῶς κάτι ἐπειδή ἔχει ὄνομα.Καί αὐτό πρέπει νά τό ἀποκωδικοποιήσω,μέ ἄλλα λόγια νά τείνω εὐήκοον οὖς, δηλαδή ν’ἀφουγκρασθῶ, σέ ἄλλο ἐπίπεδο, τήν προσαγόρευση τοῦ ἐγχαραγμένου στήν ψυχή μου Εἶναι. Καί ἡ πράξη αὐτή, συνιστᾶ στοχασμό.

'Ο οδοιπόρος προς τη Γνώση:

α) Ακούει τό Λέγειν αὐτό μέσα του ὡς «Είναι»,πού ὡς θεμέλιο παραμένει,ἐπί μακρό χρόνο,βουβό καί ἄηχο.
β) Συντρέχει,ταυτόχρονα,τό φαίνεσθαι τῶν λέξεων,ἐνῶ γ) ὅταν ὀνομάζει τά πράγματα τῆς Φύσεως καί τίς λέξεις τοῦ γραπτοῦ Νόμου,ἀκούγεται,τό Λέγειν τό δικό του.
Ἐδῶ καλούμενος ἀπό τή φωνή τοῦ «Εἶναι»,βιώνει τό θαῦμα ὅλων τῶν θαυμάτων:Ὅτι τό ὄν Εἶναι.
Ὅποιος καλεῖται κατ'αὐτόν τόν τρόπο στήν 'Αλήθεια τοῦ Εἶναι,ὁπωσδήποτε εἶναι διαρκῶς σύντονος πρός τό κάλεσμα,στό ὁποῖο,γιά νά ἀνταποκριθεῖ, χρειάζεται μία ἀκοή, τήν ὁποία καθένας μέν διαθέτει ἀλλά δέν τήν χρησιμοποιοῦν ὅλοι σωστά. Αὐτή ἡ ἀκοή δέν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τό ὄργανο αὐτί, ἀλλά ἀπό τήν προσάρτηση τοῦ ἀνθρώπου σέ αὐτό μέ τό ὁποῖο εἶναι σύντονη ἡ οὐσία του.
Ό Λόγος ὁ πνευματικός, συνενώνει τόν φυσικό καί γραπτό Λόγο, έπισκέπτεται, συχνά,τόν ἄνθρωπο καί εἰσέρχεται στήν ψυχή του,χωρίς νά γίνεται γνωστή ἡ στιγμή τῆς ἐλεύσεώς του.Δέν εἰσέρχεται ἀπό τά μάτια,γιατί δέν ἔχει μορφή ἤ χρῶμα,πού νά μποροῦν νά τόν δοῦν,οὔτε,τίς πιό πολλές φορές,ἀπό τά αὐτιά, γιατί ὁ ἐρχομός του,εἶναι συνήθως ἄηχος καί ἄλλες φορές, ἐμπνευσμένος καί διαισθητικός.Ὅπου ἡ ἀντίληψη τοῦ «Εἶναι» ἤ τοῦ Θείου, ἔρχεται μέσω ὁράσεως,ἤ ἀκοῆς, αὐτό θεωρεῖται μία παραχώρηση στήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ὅτι ἡ αἰσθησιακή φύση δέν ἔχει ξεπερασθεῖ. Κατά τήν ὁδοιπορία του πρός τή Γνώση, ὁ ἄνθρωπος,ἔχει φωτισμένη ἀντίληψη τῶν πραγμάτων γύρω του, δηλαδή ἔχει προηγουμένως καθαρίσει τίς πύλες τῆς ἀντιλήψεώς του, γιά νά δεχθεῖ τίς δυνάμεις τοῦ ἐσωτερικοῦ καί ἀόρατου κόσμου, οἱ ὁποῖες ἐπίμονα κρούουν τίς πύλες τῶν αἰσθήσεων, ὅπως ἡ ὅραση καί ἡ ἀκοή.

Γ΄ Ἰδιαίτερα ὁ ἦχος τῆς λέξεως καἱ ἡ ἀκοή

«Δέν ἀκομε ἐπειδή ἔχουμε αὐτιά,ἀλλά ἔχου
με αὐτιά,ἐπειδή ἀκοῦμε».Μ.Χάϊντεγγερ,
Ἡράκλειστος, σελ. 247

***

Ὁ ὁδοιπόρος πρός τή Γνώση,κάποια ἀνεπαίσθητα αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἀκούσματα, θά πρέπει νά ἔζησε μέσα στήν ψυχή του, ὄταν ἀποφάσιζε νά κάνει τό πρώτο του βήμα.
Ὑπό τήν εὐεργετική ἀπ-ήχηση καί ἐπιρροή τῶν κραδασμῶν, τῶν ἤχων καί τῶν ἀπό-ηχων τοῦ Λόγου που ζητά, στό πρῶτο του στάδιο θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ περι-ηχούμενος.
Ὡστόσο θά χρειασθεῖ νά καταβάλλει (ἴσως σέ ὅλον τόν βίο του) μεγάλη προσπάθεια γιά ν’ ἀκούει εὐκρινῶς καί ἔν-ηχο τόν Λόγο, ἀνταποκρινόμενος σ’αὐτόν, καθ’ ὅν χρόνο θά εἶναι ὑποχρεωμένος νά εἶναι συνεπής καί στούς «ἔξωθεν ἤχους», τούς προερχομένους ἀπό τούς «γήϊνους λόγους», ἀπό τούς ὁποίους εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀπαλλαγεῖ.
Καί τοῦτο διότι ὁ Λόγος ἐλάχιστα ἀποκαλύπτει ἀπό τά μυστικά του σέ αὐτούς πού κοιτοῦν καί ἀκοῦν μόνο μέ τό ἐξωτερικό μάτι καί αὐτί.
Ὁ πνευματικός, λοιπόν, ὁδοιπόρος, χρειάζεται παιδευτική δοκιμασία,ἄσκηση δηλαδή γιά ν'ἀποκτήσει ὡς ἀσκούμενος κάποια ἱκανότητα πνευματικῆς        ἀντιλήψεως καί συλλήψεως.
Μέ τήν ἐπιμονή του,νά διευρύνει τή γνώση καί νά κατανοεῖ τά λεγόμενα,τά δεικνύμενα καί τά δρώμενα κατά τήν πορεία του,θά εὐρύνεται μέσα του, ἀνάλογα καί ἡ ἀπ-ήχησή τοῦ Λόγου,ἡ ἔλλειψη τοῦ ὁποίου ἐμφανίζει γενικά τόν ἄνθρωπο,ὅπως ἔχει διακηρυχθεῖ, κούφιο ἠχεῖο, ἄλλως «χαλκός ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον» (Α΄Κορινθ. 13.1), ἔστω καί ἄν λαλεῖ τίς γλῶσσες τοῦ κόσμου (ἤ τῶν ἀγγέλλων).Τί νά τίς κάνει ἄλλωστε,ἄν δέν ἀπ-ηχεῖ πρός τά μέσα καί ἔξω,ὁ ἴδιος, τή μοναδική γλῶσσα τοῦ Λόγου,πού εἶναι ἡ Ἀγάπη;
Ἳνα μή γίνει λοιπόν «νωθρός ταῖς ἀκοαῖς», χρειάζεται «διά τήν ἕξιν αἰσθητήρια γεγυμνασμένα» (Πρός 'Εβρ.ε,11-14) διά τῆς ἀσκήσεως,δηλαδή.
'Επίσης,θά χρειασθεῖ ἡ ἀκοή,νά τελειοποιηθεῖ καί νά ὀξυνθεῖ στό ἔπακρο,νά ἐπεκταθεῖ τόσο,ὥστε νά συμπεριλάβει καί τήν ψυχή,γιά νά γίνει κατορθωτή ἡ προσέγγιση τῆς μή λεκτικῆς ἐπικοινωνίας,μέ τήν ὁποία θά ἀποκατασταθεῖ πλήρης καί ἐνεργός ἡ συν- είδηση.Μέ τήν ἐξέλιξή της,ἔτσι,ἡ ἀκοή θά πάψει νά εἶναι ἐκεῖνο πού,ἀρχικά καί ἀόριστα, ἐπέσυρε ὅπως στά πρῶτα στάδια τῆς δημιουργίας, τήν προσοχή τοῦ φαινομενικοῦ τυφλοῦ ἑαυτοῦ σ'ἕνα ἄλλο κραδασμό,ἤ σέ κάτι πού προέρχεται ἔξω ἀπ'αὐτόν,μέ τήν ἔννοια τῆς ἐξωτερικότητος.
Άλλά ἀκόμη καί ἡ ἀπόκτηση αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἱκανότητος πνευματικὴς ἀντιλήψεως καί συλλήψεως δέν εἶναι ἀρκετή,ἀφοῦ προϋπόθεση κάθε ἔγκυρης ὁράσεως καί ἀκοῆς,σέ κάθε ἐπίπεδο συνειδήσεως, ἀπό ἄλλης πλευρᾶς,θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ,ὄχι τόσο ἡ ὄξυνση τῶν αἰσθήσεων,ὅσο ἡ στάση ὅλης τῆς προσωπικότητος, μέ τήν ἐνατένιση τοῦ Πνεύματος καί τήν ἐνδοστροφή, πού σημαίνουν πορεία πρός τά μέσα, ἕνα ταξῖδι πρός τό κέντρο, ὅπου βρίσκεται, ἀρχῆθεν,τό «Εἶναι».
'Η στοχαστική αὐτή πορεία,θυμίζει τόν ἄνθρωπο, πού πρίν ἀπό τήν κλασσική ἐποχή, δοκιμαζόταν νά βρεῖ κάτω ἀπό τά σημεῖα τῆς γραφῆς, τό ἀρχέγονο κείμενο ἑνός λόγου πού μιλήθηκε,δηλαδή νά ξεχώσει τήν παλαιά Όμιλία ἀπό τούς κοινούς τόπους, ὅπου μποροῦσε σέ αὐτή νά κρύβεται,νά βρεῖ τή λέξη καί τήν κραυγή,νά περισυλλέξει τόν Λόγο,πού κάποτε ἔχασε καί δέν τόν ξανάκουσε πιά,παρά μόνο στά ἀπαρκτήρια βήματά του.
Ὅλο τό ἀνεξάντλητο βάθος τῶν λέξεων καί ὀνομά των,καθώς καί τό βουβό τους εἶναι ἔχει γραφεῖ στά πράγματα καί στά σημεῖα.Μέ τήν ἀναζήτηση τοῦ καταγωγικοῦ κρυμμένου στό γεγονός τῆς γλώσσας καί σήμερα ἀκόμη, ἀναζητεῖται μία δεύτερη γλῶσσα, πού λαγοκοιμᾶται μέσα της.
Μαζί μέ τήν ἀναζήτηση αὐτήν, ἐπιδιώκεται νά ξαναειπωθεῖ αὐτό πού ἔχει πρωτολεχθεῖ καί νά εὑρεθεῖ ἡ τάξη τῶν σχημάτων,τῶν εἰκόνων καί τῶν
ἐκφραστικῶν σκοπῶν μέ τούς ὁποίους διετυπώθη ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ καί μίλησαν οἱ Προφῆτες, ἀλλά καί νά βρεθεῖ ὁ τρόπος,μέ τόν ὁποῖο ἔφθασε ὡς ἐμᾶς.
Κατά τήν ἀναζήτηση τοῦ πνευματικοῦ Λόγου,ὁ ὁδοιπόρος ἀσκούμενος, ἀρχίζει ἀπό ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται,δηλαδή ἀπ'τό φυσικό του πεδίο.Στήν ἀρχή ἀκούει μιά ὁρισμένη κλίμακα ἤχων, διότι τά αὐτιά του συλλαμβάνουν, μία μικρή καί ἰδιαίτερη γκάμα κραδασμῶν, ἀφοῦ δέν μπορεῖ νά συλλάβει ὅλους ἤ πολλούς φυσικούς ἤχους, οἱ ὀποῖοι καί τοῦ διαφεύγουν ἐντελῶς.
Ἀλλά,καθώς προχωρᾶ στήν ἐξέλιξή του καί ὀξύνεται ἡ ἐσωτερική αἴσθηση τῆς ἀκοῆς, οἱ λοιποί ἦχοι τοῦ φυσικοῦ πεδίου,σταδιακῶς,θά περιέλθουν στήν ἀντιληπτή του ἐμβέλεια καί θ' ἀποκτήσει ἐπακριβῆ συνείδηση κάθε ἤχου. Βέβαια,ὅλα αὐτά,ἀφοροῦν στή μορφή,στόν κραδασμό τῆς ὕλης (τοῦ ἤχου), δέν σχετίζονται ἀκόμη μέ τήν ψυχή, ἀλλά μέ τόν ἦχο τῆς μορφῆς, ἤ μ’ἐκείνη τή δύναμη διά τῆς ὁποίας,κάποια χωριστή μονάδα συνειδήσεως,ἀποκτᾶ ἐπίγνωση μιᾶς ἄλλης,διαφορετικῆς ἀπό τήν ἴδια.
Μετά τή συνεχῆ καί ἐπίμονη ἀναζήτηση τοῦ πνευματικοῦ Λόγου, ὅπως ὑποστηρίζουν μερικοί, μπορεῖ νά κατορθώνει νά βελτιώνει καί τελειοποιεῖ τήν ἀκοή, μέ τήν ὀποία ἔτσι γίνονται γνωστές,σέ ὅλα τά πεδία,ὡς ἦχοι, πού εἶναι ἐκφωνούμενοι, καθαροί παλμοί, οἱ λέξεις ἤ οἱ ἐκφράσεις τοῦ Φυσικοῦ καί Πνευματικοῦ Λόγου.
Καί ὅπως λέει ὁ δικός μας Ποιητής «ἄν εἶναι τυχερός, θά δεῖ τίς ἀσκημένες, ὅπως ἕνα λαγωνικό, αἰσθήσεις (σημ.,μεταξύ τῶν ὁποίων προεχόντως ἡ ἀκοή) ἐνίοτε νά ἐπιστρέφουν ἀπό τά πεδία ὅπου τίς εἶχε ἐξαπολύσει, κρατώντας στά δόντια τους θηράματα τῆς ἴδιας σπουδαιότητας μ’αὐτά πού κατά καιρούς ἔχουν ἐπιτύχει νά «χτυπήσουν» οἱ θρησκεῖες».10
Ὁ πνευματικός αὐτός ἀσκητής, μἐ γνώση καί εὐθύνη, δονούμενος ὡς πηγή, καθαρά καί ὑπαρξιακά, συντονισμένος μάλιστα καί ἐναρμονιζόμενος,μέ τήν πιό μεγάλη αὐτοσυγκέντρωση καί ἐγρήγορση καί χωρίς ὁποιαδήποτε ἄλλη παράλληλη σκέψη, ἡ ὁποία μολύνει ἤ τό λιγότερο, καθιστᾶ ἀνενεργά τά ἐκφωνούμενα, μέ τόν συνολικό ὄγκο τοῦ κραδασμοῦ του, μπορεῖ νά προφέρει, τίς λέξεις τοῦ Λόγου, καί νά πετύχει στή δική του κλεῖδα, ὅπως λ.χ., τά «μάντρα»,μία αἰφνίδια ἀντίληψη τῆς ούσιαστικῆς του ταυτότητος μέ Ἐκεῖνον πού ἐξέφερε τίς λέξεις.
Καί προσθέτουν οἱ ὑποστηρίζοντες τή θέση αὐτή: Ὅταν γίνει αὐτό,δέν θά βρίσκεται μακρυά ἀπό τό: «Εἶπε καί ἐγένετο» τῶν αὐτοσυνειδησιακῶν καί μυστικῶν ἐμβιώσεων, πού ἰσχύουν ἀπό τά πανάρχαια χρόνια.

'Επιλογικά

'Ο Λόγος πρωτακούστηκε τότε, ὅταν, στόν ἀρκτικό χρόνο, ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο. Ὓστερα, ὅταν μίλησε ὁ ΩΝ καί ὁ Λόγος του γράφτηκε σέ λίθινες πλᾶκες. Ἀκόμη, ὅταν ὁ Πυθαγόρας καί ό Σωκράτης, δίδαξαν.Καί αὐτῶν, ὅπως καί στίς δύο πρῶτες περιπτώσεις, οἱ Λόγοι ἐγράφησαν ἀπό ἄλλους. Γιά τελευταία φορά, καθόσον ἀφορᾶ στον'Ιουδαιοχριστιανικό κόσμο, ἀκούστηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ, πρίν ἀπό δύο χιλιάδες χρόνια στή Γῆ τῆς Γαλιλαίας, χωρίς, πάλιν, ὁ 'Ιησοῦς νά γράψει τίποτα, εἰμή ἅπαξ μόνο ὀ ἴδιος, «κάτω κύψας τῶ δακτύλω ἔγραφεν εἰς τήν γῆν» (Ἰωάνν.Η,6,8). Ἒκτοτε, ὅ,τι θαυμασιῶδες καί κοσμοϊστορικό εἰπώθηκε, ἔπαψε ν' ἀκούγεται αὐθεντικά καί προφορικά, ἆρα πέρασε, ὁμιλούμενο, στή Λήθη, καθώς ἐλέχθη, γι'αὐτό ἡ γραφή ἔγινε ἡ λήθη της.'Η λέξη καί τό ὄνομα, αὐτές οἱ ἑνότητες ἀναπνοῆς καί ἔννοιας, ἐξαλείφθηκαν μέσα στήν καθαρή γραφή.
Ἀπό τότε,τό factum τῆς φωνητικῆς γραφῆς, διέπει ὁλόκληρο τόν πολιτισμό καί ὅλη τήν ἐπιστήμη.Ἀπό τή δυτική παράδοση, ἡ γραφή, τό γρᾶμμα,ἡ αἰσθητή ἐγγραφή, θεωρήθηκαν ὡς τό σῶμα καί ἡ ὕλη. Ἒγιναν ἐξωτερικά σημεῖα γιά τό πνεῦμα,γιά τήν πνοή καί τό Ρῆμα (Λόγο). Καί ὅσες φορές ἡ φωνή, ὡς μέσον τῆς γλώσσας, διέβη τόν χῶρο, ἡ ἀκοή βοήθησε νά μεταδοθεῖ ὁ Λόγος καί στόν ἔξω χῶρο καί μέσα στό βάθος τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων.
Τά ἀρχικά ἀκούσματα,πού γράφτηκαν μέσα στήν καρδιά τῶν ἀνθρώπων,ἦσαν Ρήματα. Αὐτά τά Ρήματα δέν νοοῦνται ὡς λέξεις ἁπλές, γιατί, οὐσιαστικά, ἡ Γλῶσσα, σέ τελευταία ἀνάλυση, αποτελεῖται ἀπό Ρήματα καί ὄχι ἀπό λέξεις:
Οἱ ἀποφάνσεις τῶν μεγάλων πνευμάτων, ὅπως τοῦ Ήράκλειτου, ἤ τῶν Προφητῶν καί τῶν μυσταγωγῶν μέχρι σήμερα, βεβαίως συγκροτοῦνται ἀπό λέξεις, ἀλλά τούς λόγους αὐτῶν, κανείς δέν εἶπε «οἱ λέξεις», ἀλλά τά Ρήματα πού ἐλάλησαν.
Γλῶσσα καθ’ἑαυτήν, ὑπάρχει ἐκεῖ ὅπου εἶναι τά Ρήματα. Τά Ρήματα, εἶναι ἡ ἀπαρχή τῆς Γλώσσας,τά ὁποῖα συνήθως,ἐκπίπτουν σέ λέξεις.
Καί οἱ λέξεις αὐτές,ἔχουν τή μεγάλη τους σημασία ἀφοῦ ἀποτελοῦν νοηματοδοτικά σύμβολα,τά ὀποῖα, μέ τή ratio,βοηθοῦν στήν πoρεία πρός τόν Όρθολογισμό καί τήν ἐπιστημονική γνώση.
Καί πέραν ἀπ’ὅλα αὐτά,μέσα ἀπ’αὐτές τίς λέξεις,ὁ ὀδοιπόρος τῆς Γνώσεως,ὡς νά ἀντλεῑ ἀπό κάδους, στοχάζεται καί ἀναζητεῖ τό νόημα,πρός κατανόηση καί τοῦ ἐξωτερικοῦ καί τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου.Καί αὐτές περικλείουν τά ἀρχικά Ρήματα.
Τά Ρήματα ὅμως, δέν εἶναι κάδοι, ἀπ'ὅπου ἀντλεῖ, ἀλλά φρέατα ἤ πηγές, ὅπου, τελικά, καταφεύγει, σκάβοντας βαθύτερα,κάθε φορά καί ἀδιάκοπα.Καί αὐτά τά φρέατα, μπορεῖ, ἑκάστοτε νά ρηγματώνονται μέ ἐπακόλουθο τίς ἐπιχωματώσεις, πού κατακαλύπτουν τά ζῶντα ὕδατα, ὡς 'Αλήθειες, οἱ ὁποῖες, ἔτσι, νά περιπίπτουν στή Λήθη καί πάλι. Καί τά Ρήματα νά παραμένουν ἄφωνα, σχεδόν σιωπηλά. Αὐτή ἡ σιγή τοῦ Ρήματος, ἐκφράζει τήν οὐσιαστική σχέση τοῦ «Εἶναι» καί τῆς Γλώσσας, ἀφοῦ ἡ σιγή καί ἡ φωνή, ἀντιστοιχοῦν στήν συγκάλυψη καί στήν ἐκκάλυψη τοῦ «Εἶναι», στή σιγή καί στή φωνή τοῦ «Εἶναι». Ἀλλά τό Ρῆμα ἐπιτρέπει στό «Εἶναι» νά ἐμφανίζεται, καθώς τό ἴδιο τό «Εἶναι» συγκαλύπτεται, τόν περισσότερο χρόνο.
'Η πρώτη ἀπαρχή τῆς οὐσιαστικῆς Ἱστορίας τῆς Δύσεως, στεγάζεται κάτω ἀπ’ τόν τίτλο: «Εἶναι-Ρῆμα» λέει ὁ Μάρτιν Χάϊντεγγερ. Τό Ρῆμα, οὐσιαστικά, δέν εἶναι οὔτε ἠχητικό σύμβολο (φωνή),οὔτε σημασιολογικό ἔνδυμα,ἀλλά σιωπηρή παρουσία τοῦ «Εἶναι».
Μία ἡ ὁδός πού ὁδηγεῖ στήν προσέγγιση τοῦ Ρήματος:Τό ἄκουσμά του. Πρόκειται, βεβαίως, γιά διαδικασία ὅπου ἡ ἀκρόαση, δέν ἔχει σχέση μέ τήν ἀκοή, ὡς αἴσθηση, ἀλλά, μᾶλλον,μέ τήν ὑπακοή στό λέγειν τοῦ Ρήματος. Γι’αὐτό, οἱ γνήσιοι καί ἐπίμονοι ὁδοιπόροι καί ἀναζητητές τῆς Γνώσεως, ἀφουγκράζονται, προσεκτικά, τίς ὁδηγίες, πού δείχνουν πρός τά Ρήματα.Σέ μιά τέτοια ἀκρόαση,ἡ ἀντίληψή τους ὑπακούει σέ ὅ,τι λένε τά Ρήματα. Αὐτά ἀσκοῦν ἐπαγρύπνηση καί γίνονται στοχασμοί.
Οἱ ἐκλεκτότερες συνειδήσεις τοῦ κόσμου, πάντοτε μίλησαν «μέ ἀρχέγονες εἰκόνες, πού συναρπάζουν καί ταυτόχρονα ἀνυψώνουν τήν ἰδέα πού προσπαθοῦν νά ἐκφράσουν, πάνω ἀπό τήν τυχαιότητα καί τή μεταβατικότητα, στήν περιοχή τῆς αἰώνιας διάρκειας. Μέ τά Ρήματά τους, μετασχηματίζουν τήν προσωπική μας μοῖρα σέ μοῖρα τῆς ἀνθρωπότητος, γιατί ξυπνοῦν μέσα μας τίς εὐεργετικές ἐκεῖνες δυνάμεις οἱ ὁποῖες, πάντοτε, βοήθησαν τήν ἀνθρωπότητα νά προφυλαχθεῖ ἀπό κάθε κίνδυνο, ὥστε νά μή διαλυθεῖ μέσα στή Μεγάλη Νύχτα»11

Σημειώσεις

1.-Βλ.Μ.Χ.'Ανδρεάδη,«Ἡ καταγωγή τῆς γραφῆς», 1991
2-Τῆς κουλτούρας,ἄρα τῆς γεωργικῆς καί μεταγεωργικῆς,ἤτοι τῆς διαμονῆς καί ἐγκαταστάσεως,μέχρι τώρα,σέ μόνιμους τόπους.
3.-Βλ.Οὐῶλτερ Ι.΄Ονγκ «'Η ἀκουστική σύνθεση» στό περιοδικό «Ἐρουρέμ», τ. 3/1995,σελ.203-236,σοβαρό βοήθημα στήν παροῦσα ἐργασία μου.
4.-Βλ. Οὐῶλτερ Ι.'Ονγκ, op.cit
5.-Στά Ἑλληνικά,ἡ λέξη κ α τ ο ι κ ί α άπό ὅπου τό ρῆμα κ α τ ο ι κ ῶ ἐτυμολογικά σημαίνει καί Ἦ θ ο ς (Βλ.J.B. Hofmann: «'Ετυμολογικόν Λεξικόν τῆς Ἀρχαίας 'Ελληνικῆς»,λῆμμα «Ἦθος», ἔκδ.1974 σελ. 118). Ἀκόμη ἡ λέξη ἦθoς, ετυμολογικά επίσης, σημαίνει τόπος, διαμονή, ένδιαίτημα, ὡς καί τρόπος (ἔθος), ἰδιάζουσα σχέση ἀνάμεσα στά στοιχεῖα, ἔμψυχα καί ἄψυχα, αὐτοῦ τοῦ τόπου, ἔτσι ὥστε ὁ δεσμός τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν τόπο του (τό τοπίο του),νά εἶναι Γλῶσσα, ἤτοι κώδικας σημείων πού άφηγοῦνται αὐτόν τόν δεσμό καί τόν άνακαλοῦν. «Ἔθος δέ ἐπί ἀλόγων (ὄντων) ούκ εἴωθε λέγεσθαι, ἔθνος γάρ ἀπό τοῦ ἔθους» (Εὐστάθιος Θεσσαλονίκης, Παρεκβολές στήν Ίλιάδα,Β 255,21).'Η γλῶσσα ἔτσι μ ι λ ά ε ι τήν ἰδιάζουσα σχέση τοῦ άνθρώπου μέ τό ἦθος του, τή διαμονή του, γι’αὐτό καί μιά φυσική γλῶσσα ἔχει πατρίδα, σἐ ἀντίθεση πρός τίς τεχνητές γλῶσσες (τῆς ἄλγεβρας,τῆς φυσικῆς,τῆς χημείας,τῆς τροχαίας,τῆς διαφημίσεως,ἤ ἑσπεράντο κ.ἄ) πού δέν ἔχουν πατρίδα καί περιστρέφονται γύρω ἀπό τόν ἑαυτό τους, χωρίς νά νοσταλγοῦν νά ἐπιστρέψουν στόν τόπο τους, διότι δέν γεννήθηκαν κάπου, δέν ἔχουν πατρίδα (Κώστας Γεωργουσόπουλος, «Εὐθύνη», τ.112/Απρίλ. 1981,σελ. 159).Ἡ λέξη κατοικῶ ὡστόσο προέρχεται καί ἀπό τό ρῆμα «Ναίω», ἀπ’ὅπου καί ἡ λέξη «Ναός».Ὁ Ναός ὡς «Οἶκος» ἐθεωρεῖτο κατοικία τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπειδή ὁ ἄνθρωπος εἶναι κατοικία τοῦ Θεοῦ, κατά τόν 'Ηράκλειτο (ἀπ.119) μέσα σ’ αὐτόν, δηλαδή στό Ἦθος του βρίσκεται ὁ Θεός («ἦθος ἀνθρώπω δαίμων»).Κατέχω ὁρισμένο χῶρο καί κατοικῶ σ’ αὐτόν, τήν ἀρχαϊκή ἐποχή σήμαινε «Νέμειν», ἀπό τό ὁποῖο προῆλθε ἡ λέξη «Νόμος». Τήν ἴδια ἐποχή, Νόμος ἐθεωρεῖτο καί τεῖχος καί αὐτός ὁ ἐν εἴδει τείχους Νόμος, ἦταν ἱερός. (Ό συνδυασμός Νόμου καί φραγμοῦ στή λέξη Νόμος εἶναι ὁλοφάνερος σ΄ ἕνα ἀπόσπασμα τοῦ 'Ηράκλειτου: «Μάχεσθαι χρή τόν δῆμον ὑπέρ τοῦ νόμου, ὅκωσπερ τείχεος»-«Νά ὑπερασπίζεται ὁ λαός τούς νόμους, ὅπως τά τείχη»).
6-.Στά Γερμανικά Stimmung καί συγγενικά das stimmt,Stimme κ.λπ.-πλησιέστερο ἰσοδύναμο στά Ἀγγλικά «tunedness»,ἴσον συντονισμός,ἁρμονία, σέ ἄλλες γλῶσσες καί πολιτισμούς παρόμοια.
7.-Ὅλα ὅσα βρίσκονται γύρω μου, δέν ὑπάρχει τρόπος νά τά δῶ μιά δεδομένη στιγμή, εἶναι ἀδύνατο νά τά παρατηρήσω συγχρόνως,ἔτσι δυσκολεύομαι νά τά ξεχωρίσω ἤ νά τά ἀναλύσω ἆρα νά τά χειρισθῶ.
8.-Βλ.λεξικό Webdter’s New World Dictionary of the American Language, College Edition (World Pablishing Co.,1954,καθώς καί Μerriam Webster’s Seventh New Collegiate Dictionary (1963)-πού βασίζεται στό Webster’s New International Dictionery (γ΄ἔκδοση)-ὅπου καλύτεροι ὁρισμοί τῶν ὅρων αὐτῶν.
9.-Βλ. Οὐῶλτερ Ι.΄Ονγκ,op.cit
10.-Ὀδ.'Ελύτης,'Ιδιωτική 'Οδός,στό «Ἐν Λευκῶ», σελ.394.
11.-Κάρλ Γιούγκ:«Ψυχολογία καί Ποίηση» στό ἔργο του «Τό Πνεῦμα στόν ἄνθρωπο καί στήν Τέχνη»,'Ελλην.ἔκδ. «'Ιάμβλιχος», χ.χ,σελ. 38).

Ὁμιλία μου στό πνευματικό κέντρο «ΕΥΜΟΛΠΟΣ», τήν 2α-3-2003

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Θ’ ἄξιζε νά μελετήσει κανείς τήν «εἰσαγωγή στη δεύτερη ἔκδοση-1992» τοῦ Τζώρτζ Στάϊνερ στό ἔργο του:«Χάϊντεγκερ» (ἑλλην. ἔκδοση «Πατάκης», 2009, σελ. 18-21). Γράφει ἐκεῑ σχετικά, ἀνάμεσα σέ ἄλλα:(...)‘Ο Χάϊντεγκερ μπορεῖ ν’ἀντιληφθεῖ καί ν’ἀκολουθήσει τίς ἐτυμολογικές «ὁδούς πού ὁδηγοῦν στά ἀρχέγονα θεμέλια τῆς γλώσσας». Εἶναι μαζί μέ τόν Πλάτωνα καί τόν Νίτσε ἕνας στυλίστας ὑπέρμετρης δύναμης(...).‘Η πληθώρα καί ἡ δύναμη έν τούτοις τῶν κειμένων του (...) τείνουν να συσκοτίζουν μία κεντρικῆς σημασίας προφορικότητα στή διδασκαλία του. Αὐτόπτες μάρτυρες ὅπως ὁ Κάρλ Λέβιθ, ὁ Γκάνταμερ καί ἡ Ἄννα Ἄρεντ εἶναι σύμφωνοι ὅτι ὅποιος δέν ἄκουσε τόν Μάρτιν Χάϊντεγκερ νά παραδίδει μάθημα ἤ νά διευθύνει τά σεμινάριά του, μπορεῖ νά ἔχει μόνο ἡμιτελῆ, ἤ ἀκόμα καί διαστρεβλωμένη εἰκόνα τῶν προθέσεών του. Πολύ νωρίς ἤδη ἀπ’ τίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1920, οἱ Πανεπιστημιακές παραδόσεις καί τά σεμινάρια πού προηγήθηκαν τοῦ «Εἶναι καί Χρόνος» ἀποτέλεσαν μιά συγκλονιστική ἀποκάλυψη γιά τούς συναδέλφους καί φοιτητές τοῦ Χάϊντεγκερ στό Μάρμπουργκ. «Ὁ μυστικός βασιλιάς τῆς σκέψης», ὅπως ἀξιομνημόνευτα ἀποκάλεσε ἡ Αrendt τὀν δάσκαλό της, ἐνεργοῦσε διά τοῦ προφορικοῦ λόγου.Ὁ Caadamer χαρακτηρίζει τήν παρακολούθηση τῶν διαλέξεων τοῦ Χάϊντεγκερ σάν μιά ἐμπειρία Einbruch und Umbruch, δηλαδή ρήξεως καί μεταμορφώσεως (...).Οἱ κριτικοί ἔχουν ἀναφερθεῖ σέ ἕνα εἶδος θεατρινίστικης μαγείας, μασκαρεμένης ὡς ἐρωτηματική ἁπλότητα. Αὐτή ἡ κατηγορία ἔχει, ὅπως γνωρίζουμε, ἀρχαῖες καταβολές καί βρίσκει τήν ὕψιστη ἐφαρμογή της στό Σωκρατικό παράδειγμα. Κατά τόν Χάϊντεγκερ ὁ Σωκράτης εἶναι ὁ «ἁγνότερος» ὅλων τῶν δυτικῶν στοχαστῶν. Κι’ αὐτή του ἡ ἁγνότητα ἀπορρέει ἀπ’ τό γεγονός «ὅτι δέν γράφει». Ὁ Φαῖδρος καί ἡ Ἓβδομη Ἐπιστολή τοῦ Πλάτωνος ἐκφράζουν τή θεμελιακή ἀντίφαση ἀνάμεσα στή σοβαρή ἀναζήτηση τοῦ Λόγου, δηλαδή τή φιλοσοφική ἐνόραση καί στή γραφή. Τό γράμμα σκοτώνει τό πνεῦμα. Τό γραπτό κείμενο παραμένει βουβό ἀπέναντι στήν πρόκληση τῆς ἀπαντήσεως καί δέν ἐπιδέχεται ἐσωτερική ἀνάπτυξη καί διόρθωση. Τά κείμενα ἀναιροῦν τόν ἀπόλυτο ζωτικό ρόλο τῆς μνήμης (ἡ Errinerung εἶναι λέξη ,κλειδί γιά τόν Χάϊντεγκερ). Εἶναι ὁ σοφιστής, ὁ ρήτορας, αὐτοί πού ἀγορεύουν ἐπί πληρωμῆ, ἐμπιστευόμενοι τήν τέχνη τους στή γραφή. Ἀντίθετα, ὁ ἀληθινός ποιητής εἶναι πάντοτε ἕνας ραψωδός πού ἐκφράζεται διά τῆς ζώσης ὁμιλίας. Ὁ ἀληθινός στοχαστής καί ὁ αὐθεντικός παιδαγωγός βασίζονται, πάνω ἀπ΄ὅλα, στόν προφορικό διάλογο, στή μοναδικά ἑστιασμένη δυναμική τῆς ἄμεσης προσαγορεύσεως, καθώς συμπλέκουν τήν ἐρώτηση μέ τήν ἀπάντηση καί τή ζωντανή ἐκφώνηση μέ τή ζωντανή πρόσληψη.Τό θέμα αὐτό τῆς ἀποχῆς ὅλων τῶν ὑπευθύνων φιλοσοφικῶν διδασκαλιῶν ἀπ΄τή γραφή εἶναι κοινό στή δυτική παράδοση, ὅπως ἄλλωστε καί στήν ἀνατολική (...) Μελετώντας προσεκτικά τά κείμενα τοῦ Χάϊντεγκερ, ἔχω ἀνακαλύψει ὅτι χωρία πού φαντάζουν ἀπροσπέλαστα στόν ἀναγνώστη καί μοιάζουν μέ παγερούς ὀγκολίθους πάνω στή σελίδα, γίνονται περισσότερο κατανοητά καί ἀποκτοῦν τή λογική ἑνός σχεδόν μουσικοῦ εἴδους ὅταν διαβαστούν φωναχτά, ὅταν κάποιος τ’ἀκούσει ν΄απαγγέλλονται ,νά ἐκφωνοῦνται ἤ νά συζητιοῦνται, ὅπως τά ἄκουγαν οἱ φοιτητές στό δημόσιο δηλαδή ἀκροατήριο στό ὁποῖο ἀρχικά εἶχαν ἀπευθυνθεῖ Γι’ αὐτόν τόν λόγο, ἡ ἁπλῆ ἀνάγνωση τῶν κειμένων τοῦ Χάϊντεγκερ, μπορεῖ, ὑπό μίαν ἔννοια,νά εἶναι μία διαδικασία ὄχι μόνο προβληματική άλλά καί ἀφύσικη».

Δεν υπάρχουν σχόλια: